Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2008

Blacked Out

Το blog αυτό ανοίχτηκε ως συνέχεια μιας προσπάθειας να αναπνεύσω αέρα ανθρωπιάς πιστεύοντας ότι κι εγώ μπορώ να εμφυσήσω τέτοιες πνοές στους άλλους με τον δικό μου ιδιαίτερο τρόπο. Στην προσπάθεια αυτή στάθηκαν στο πλευρό μου μια χούφτα άνθρωποι που μου έδωσαν θάρρος να ξεπεράσω τις αρχικές μου φοβίες και να βγάλω προς τα έξω καθετί αυθεντικό που θα μπορούσα να διαθέτω. Είναι οι άνθρωποι που με ενέπνευσαν και εξακολουθούν να με εμπνέουν. Δεν έχω λόγια αρκετά ηχηρά για να τους εκφράσω τις ευχαριστίες μου. Δεν θα ήθελα να τους κατονομάσω καθώς γνωρίζω ότι δεν είναι άνθρωποι που προσφέρουν για να εισπράξουν, είναι άνθρωποι που προσφέρουν για να προσφέρουν, είναι άνθρωποι. Καθένας από αυτούς για τους δικούς του λόγους. Θα πω μόνο τούτο: μέσα στο «αιώνιο σκοτάδι» που ταξιδεύουμε πάντα πίστευα ότι υπήρχαν λαμπερά «αστέρια» και το blog αυτό μ’ έκανε να βρω τέτοιες ψυχές που με αγκάλιασαν και ελπίζω να ένιωσαν την ζεστασιά της δικής μου αγκαλιάς. Ευτυχώς για όλους μας υπάρχουν ακόμα άνθρωποι και το blog τούτο με βοήθησε να το καταλάβω, να τους ανακαλύψω και να φτερουγίσω μαζί τους σε πιο όμορφους κόσμους, κόσμους που μόνο στα όνειρα μου έβλεπα μέχρι χτες.

Δυστυχώς οι αυξημένες επαγγελματικές μου υποχρεώσεις δεν μου επιτρέπουν πλέον να «χάνομαι» μέσα στις λέξεις, ούτε να βλέπω χρώματα στο μαύρο. Κι αν ακούγεται παράξενο κάτι τέτοιο, έχω να πω πως, αυτοί που το «μαύρο» έχουν ενδυθεί στην ουσία έχουν καταφέρει να αποποιηθούν, έστω και για λίγο, το εγώ τους, να δουν και να ακούσουν όχι με τα μάτια τους, ούτε με τα αυτιά τους, αλλά με την ψυχή τους μόνο. Και για να μιλήσει η ψυχή χρειάζεται απόλυτη ηρεμία, να επιτρέψει στο μαύρο να λάμψει. Κλείνω λοιπόν για αόριστο το συγκεκριμένο blog μέχρι να μπορέσω και πάλι να νιώσω τους ήχους της «νύχτας» απαλλαγμένη από την σιωπή της καθημερινότητας που αναπόφευκτα με έχει κατακλύσει το τελευταίο διάστημα.

Σας αφήνω με ένα πολύ αγαπημένο μου τραγούδι με την ελπίδα σύντομα να αξιωθώ να ξαναγράψω εδώ. Θα σας επισκέπτομαι όποτε μπορώ και κάθε φορά που θέλω να νιώσω άνθρωπος. Σας ευχαριστώ όλους για όσα τόσο καιρό απλόχερα μου προσφέρατε.




Rolling Stones - Paint It Black

I see a red door and I want it painted black
No colors anymore I want them to turn black
I see the girls walk by dressed in their summer clothes
I have to turn my head until my darkness goes

I see a line of cars and they’re all painted black
with flowers and my love both never to come back
I see people turn their heads and quickly look away
Like a new born baby it just happens every day

I look inside myself and see my heart is black
I see my red door and it has been painted black
Maybe then I’ll fade away and not have to face the facts
It’s not easy facin up when your whole world is black

No more will my green sea go turn a deeper blue
I could not foresee this thing happening to you
If I look hard enough into the settin sun
My love will laugh with me before the mornin comes

I see a red door and I want it painted black
No colors anymore I want them to turn black
I see the girls walk by dressed in their summer clothes
I have to turn my head until my darkness goes

Hmm, hmm, hmm,...

I wanna see it painted, painted black
Black as night, black as coal
I wanna see the sun blotted out from the sky
I wanna see it painted, painted, painted, painted black

Yeah!

Hmm, hmm, hmm,...

Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2008

David Gray - Sail Away




Sail away with me honey
I put my heart in your hands
Sail away with me honey now, now, now
Sail away with me
What will be will be
I wanna hold you now

Crazy skies all wild above me now
Winter howling at my face
And everything I held so dear
Disappeared without a trace
Oh all the times Ive tasted love
Never knew quite what I had
Little darling if you hear me now
Never needed you so bad
Spinning round inside my head

Sail away with me honey
I put my heart in your hands
Sail away with me honey now, now, now
Sail away with me
What will be will be
I wanna hold you now

Ive been talking drunken gibberish
Falling in and out of bars
Trying to find some explanation here
For the way some people are
How did it ever come so far

Sail away with me honey
I put my heart in your hands
Sail away with me honey now, now, now
Sail away with me
What will be will be
I wanna hold you now
Sail away with me honey
I put my heart in your hands
Sail away with me honey now, now, now
Sail away with me
What will be will be
I wanna hold you now

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2008

Μολυσμένη Πόλη



Σαν ξένο με αγκάλιασες
με έκανες κομμάτια
με έσβησες, με σφάλισες
στα όμορφα μου έκλεισες τα μάτια

Μ’ αδίκησες, με άφησες
να φύγω από κοντά σου
Ζητιάνος να αποζητώ
μια στάλα απ’ τη καρδιά σου



Γιατί με καταδίκασες
να σ’ αγαπήσω τόσο
να σκύψω, ν’ απομακρυνθώ
παρείσακτος να νιώσω!

Τα όνειρα μου έπνιξες
με βούτηξες στον πόνο
Γιατί με εκδικήθηκες
να ικετεύω μόνο!



Δυο μέτρα γης θα σου κρατώ
να απλωθώ σα γείρω
όπως με μόλυνες εσύ
έτσι να σε μολύνω


Κυριακή, 17 Αυγούστου 2008

Χάρις Αλεξίου - Οι Δικοί μου Ξένοι



Οι δικοί μου ξένοι, οι πιο μακρινοί
είναι αυτοί που ζουν κοντά μου
Τους κοιτάζω, τους αγγίζω, τους μιλώ
τους ανοίγω την καρδιά μου

Μα ο καθένας ταξιδεύει μοναχός
μέσ’ στην άγνωστη ψυχή του
Ο καθένας στην δική του ξενιτιά
πολεμάει για τη ζωή του

Οι δικοί μου ξένοι... είν’ οι αγαπημένοι

Οι δικοί μου ανθρώποι ζούνε μακριά
κι από μακριά αγαπάνε
Έτσι μεγαλώνει ο κόσμος κι η καρδιά
και θυμόμαστε όπου πάμε

Μα ο καθένας ταξιδεύει μοναχός
κι αδελφή ψυχή γυρεύει
Και στα κρύσταλλα κομμάτια της καρδιάς
την αλήθεια του λαξεύει

Οι δικοί μου ανθρώποι... της καρδιάς μου οι τόποι
Οι δικοί μου ανθρώποι... της καρδιάς μου οι τόποι

{Στίχοι/Μουσική: Χαρούλα Αλεξίου}

Σάββατο, 9 Αυγούστου 2008

Νερόλακκος


Άγρια ανάγκη, δυνατή
ως έρωτα μεγίστη ηδονή
ως ύστατη ανάσα για ζωή

Ώρα κοινή, όλων των ζώων προσμονή
τρίτη μεταμεσημβρινή
η ώρα που τους έλκει ιερή

Ένας νερόλακκος και η πορεία τους μοναχική
μια εμπειρία τόσο μαγική
χαμένες οι φοβίες και τα μίση ‘κείνη τη στιγμή

Απόλαυση μοναδική
όταν η φύση δεν λέει να κρατηθεί
καθώς η δίψα κλείνει κάθε ανοιχτή πληγή

Κι έπειτα ξανά απ’ την αρχή
Όλα τα ζώα επιστρέφουνε στη γνώριμη σκηνή
να γίνουν θύματα ή σαρκοφάγοι κυνηγοί

Έτσι μου μοιάζει κι η δική μας αφορμή
Ένας νερόλακκος να περιμένει κάπου ‘κει
να συναντιόμαστε για μια αγκάλη τρυφερή
για ένα μοναχά φιλί
να ξεδιψάμε, μήπως κι αντέξουμε ακόμα μία ανατολή

Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2008

Το Παρόν

Το παρακάτω κείμενο το έλαβα σήμερα από το ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο και ένιωσα τέτοια ομορφιά που θέλω να την μοιραστώ μαζί σας...
(ο επίλογος στο τέλος δεν ανήκει σε μένα αλλά τον υιοθετώ μέχρι κεραίας)



Δύο άνδρες, και οι δύο σοβαρά άρρωστοι, έμεναν στο ίδιο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Ο ένας άνδρας αφηνόταν να σηκωθεί όρθιος στο κρεβάτι του για μία ώρα κάθε απόγευμα για να κατέβουνε υγρά από τα πνευμόνια του. Το κρεβάτι του βρισκόταν δίπλα στο μοναδικό παράθυρο του δωματίου. Ο άλλος άνδρας έπρεπε να περνάει όλη την ώρα του ξαπλωμένος. Οι άνδρες μιλούσαν για ώρες αδιάκοπα. Μιλούσαν για τις γυναίκες τους και τις οικογένειές τους, τα σπίτια τους, τις δουλειές τους, τη θητεία τους στο στρατό, που πήγαν διακοπές...

Κάθε απόγευμα, όταν ο άνδρας δίπλα στο παράθυρο μπορούσε να σηκωθεί, περνούσε την ώρα του περιγράφοντας στον «συγκάτοικό» του όλα όσα μπορούσε να δει έξω από το παράθυρο. Ο άνδρας στο άλλο κρεβάτι άρχιζε να ζει για αυτές τις περιόδους μίας ώρας όπου μπορούσε να ανοιχτεί και να ζωογονηθεί ο δικός του κόσμος από όλη τη δραστηριότητα και το χρώμα από τον κόσμο εκεί έξω.

Το παράθυρο έβλεπε ένα πάρκο με μια όμορφη λιμνούλα. Πάπιες και κύκνοι έπαιζαν στα νερά ενώ παιδιά αρμένιζαν τα καραβάκια τους. Ερωτευμένοι νέοι περπατούσαν χέρι-χέρι ανάμεσα σε κάθε χρώματος λουλούδια και μια ωραία θέα του ορίζοντα της πόλης μπορούσε να φανεί στο βάθος. Καθώς ο άνδρας στο παράθυρο περιέγραφε όλο αυτό με θεσπέσια λεπτομέρεια, ο άνδρας στο άλλο μέρος του δωματίου έκλεινε τα μάτια του και φανταζόταν αυτό το γραφικό σκηνικό.

Ένα ζεστό απόγευμα, ο άνδρας στο παράθυρο περιέγραφε μία παρέλαση που περνούσε. Αν και ο άλλος άνδρας δεν μπορούσε να ακούσει τη φιλαρμονική, μπορούσε να τη δει στο μάτι του μυαλού του καθώς ο κύριος δίπλα στο παράθυρο το απεικόνιζε με παραστατικές λέξεις.

Μέρες, βδομάδες και μήνες πέρασαν...

Ένα πρωί, η πρωινή νοσοκόμα ήρθε να τους φέρει νερά για το μπάνιο τους μόνο για να δει το άψυχο σώμα του άνδρα δίπλα στο παράθυρο, ο οποίος πέθανε ειρηνικά στον ύπνο του. Ξαφνιάστηκε και κάλεσε τους θεράποντες ιατρούς να πάρουν το νεκρό σώμα. Όταν θεωρήθηκε πρέπον, ο άλλος άνδρας ρώτησε αν θα μπορούσε να μεταφερθεί δίπλα στο παράθυρο. Η νοσοκόμα ευχαρίστως έκανε την αλλαγή, και εφόσον σιγουρεύτηκε ότι ο άνδρας αισθανόταν άνετα, τον άφησε μόνο.

Σιγά, επώδυνα, στήριξε τον εαυτό του στον ένα του αγκώνα να δει για πρώτη φορά του τον έξω κόσμο. Πάσχισε να γείρει να δει έξω από το παράθυρο δίπλα στο κρεβάτι. Αντίκρισε ένα λευκό τοίχο.

Ο άνδρας ρώτησε τη νοσοκόμα τι θα μπορούσε να ανάγκασε το συχωρεμένο συγκάτοικό του να του περιγράφει τόσο έξοχα πράγματα έξω από το παράθυρο. Η νοσοκόμα αποκρίθηκε πως ο άνδρας ήταν τυφλός και δεν μπορούσε να δει ούτε τον τοίχο. Πρόσθεσε, «Ίσως ήθελε απλά να σου δώσει θάρρος».

Επίλογος:
Υπάρχει πελώρια ευτυχία στο να κάνεις τους άλλους ευτυχισμένους, παρά τη δική μας κατάσταση. Μοιρασμένη λύπη είναι μισή λύπη, αλλά η ευτυχία, όταν μοιράζεται, διπλασιάζεται. Αν θες να νιώθεις πλούσιος, απλά μέτρα όλα τα πράγματα που έχεις τα οποία δεν αγοράζονται με χρήματα. Το σήμερα είναι ένα δώρο, γι' αυτό αποκαλείται «Το παρόν».

Σάββατο, 2 Αυγούστου 2008

Linton Kwesi Johnson - Loraine


-- αφιερωμένο --



Whenever it rains I think of you
And I always remember that day in May
When I saw you walking in the rain
I know not what it was nor why
For ususally I'm quite shy
I ax'd your name, you smile and said Lorraine
I ax'd if I could share your umbrella
You smiled and said what a cheeky little fella

Now I'm standin' in the rain in vain, Loraine
Hoping to see you again
Tears fall from me eyes like rain, Loraine
A terrible pain in me brain, Loraine
You're drivin' me insane

Whenever it rains I think of you
And I always remember that day in May
When I saw you walking in the rain
I know not what it was nor why
For ususally I'm quite shy
but from the moment I saw you
I knew, that I needed you in my life
from that moment on I knew
that I wanted you for my wife

Now I'm standin' in the rain in vain, Loraine
Hoping to see you again
Tears fall from me eyes like rain, Loraine
A terrible pain in me brain, Loraine
You're drivin' me insane

Whenever it rains I think of you
And I always remember that day in May
When I saw you walking in the rain
I know not what it was nor why
For ususally I'm quite shy
I said let's go back to my place for some coffee
You frown and said well, kiss me batty
I fell so ashamed, I did not even notice
When your bus came, and went again

Now I'm standin' in the rain in vain, Loraine
Hoping to see you again
Tears fall from me eyes like rain, Loraine
A terrible pain in me brain, Loraine
You're drivin' me insane, Loraine, Loraine, Loraine


Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2008

Σπασμένο Κρύσταλλο


Βουβάθηκε η σκέψη μου και τόσο μ’ αποστρέφει
νερό που χύθηκε και πια δεν επιστρέφει

Σκοτάδι που δεν μπόρεσε λιγάκι να μ’ αγγίξει
σιωπή που δεν κατάφερε στα δάκρυα να με πνίξει

τσιγάρο που μου άφησε στο στόμα μια πικρία
ανάσες που ξοδεύτηκαν δίχως ζωής αιτία

αγέρι δε με δρόσισε κι απέμεινα να καίω
αρμύρα που δε μ' έφκιασε σε θάλασσα να πλέω

Θλιμμένα με κοιτούν απόψε τα αστέρια
Το αύριο... σπασμένο κρύσταλλο στα χέρια

Κυριακή, 20 Ιουλίου 2008

Ελπίδα

{εμπνευσμένο από ανάρτηση της Μαρίας Ρ}

Όλα μου ταίριαζαν απόλυτα…
οι τυφλές αναμνήσεις
οι παντογνώστριες νύχτες
τα παραπονεμένα όνειρα
τα υπεργεμισμένα πατώματα

Όλα, μα όλα τα ένιωθα δικά μου…
Μόνο αυτή η αμμουδιά δεν ήταν πλέον
Ούτε θεούς συνάντησα!
Θάλασσα, μόνο θάλασσα απέραντη...
Α! Ναι! Και μια αλυσίδα με άγκυρα

Ποντισμένος από καιρό να αναμένω
Θυμάμαι είχα λόγους
για την ακινησία τούτη
μα τώρα πια εξέχασα πως να ερμηνεύω

Εύχομαι αυτή μου η αμνησία
ικανή να αποδειχθεί για να με προφυλάξει
απ’ το στερνό μου όνειρο
που λέω να υποκύψω

Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2008

Το Φυλαχτό

Τα δυο αδέρφια ακολουθούσαν το πλήθος που όλο και μεγάλωνε. Κι όσο μεγάλωνε τόσο πιο ανώνυμο γινόταν. Θα πρέπει να περπατούσαν για περισσότερες από 20 ημέρες. Κρυβόταν την μέρα και πορευόταν τη νύχτα. Άγνωστος ο προορισμός για τους περισσότερους, μα ακατανόητα ελπιδοφόρος. Εκτός από τα πρησμένα πόδια, τίποτα δεν θύμιζε ότι επρόκειτο για ανθρώπους.


Ο μεγαλύτερος αδερφός κρατούσε συνεχώς τον μικρότερο από το χέρι προσπαθώντας να διαφυλάξει το τελευταίο στεγανό της ανθρώπινης σχέσης. Δεν ήταν η υπόσχεση που είχε δώσει πάνω στα άψυχα κορμιά των γονιών του, ούτε η υπέρ-προστασία που έδειχνε πάντα για τον μικρό, νοητικά ανάπηρο αδερφό του. Ήταν η ανάγκη να εκπληρώσει κάθε εφηβικό του όνειρο ενάντια σ’ εκείνο τον παράλογο πόλεμο. Να αποδείξει ότι δεν συμμετέχει σ’ αυτή τη διαμάχη για το αυτονόητο κι ότι μπορεί να την υπερβεί. Ήλπιζε…! Το καταραμένο παιδαρέλι ήλπιζε!

Κι όταν η πείνα ή η δίψα τον λύγιζε, έχωνε βαθιά μέσα στην παλάμη του το γυάλινο φυλαχτό που του έδωσε ο μοναδικός εφηβικός του έρωτας και καθώς το έσφιγγε στεκόταν και πάλι ορθός σαν ένα αόρατο ξωτικό να ξεπηδούσε από κείνο το φυλαχτό και του φυσούσε μέσα στις φλέβες του τη ζωή όλου του κόσμου. Κείνος ο ξανθός άγγελος με την αστεία φατσούλα και το μεγάλο χαμόγελο που του έφτιαχνε τα πιο ονειρικά ταξίδια. Αυτό το χαζό φυλαχτό, μια άμορφη μάζα από απροσδιόριστης υπόστασης κρύσταλλο – μάλλον σκέτο γυαλί – που είχε βρει στην ακρογιαλιά και της το δώρισε ως ένδειξη αιώνιας φιλίας. Του το επέστρεψε την ημέρα που με τους γονείς της έφυγαν από την χώρα καθώς τα σύννεφα του πολέμου φαινόταν να εγκυμονούν καταστροφή. «Να μου το φέρεις πίσω…» του είπε και τον φίλησε στα χείλη καθώς ένα διαμάντι άφηνε τα γαλανά της μάτια και χάνονταν στο χώμα.


Κι όταν η πραγματικότητα «γιάτρευε» την παιδική αγνότητα του αδερφού του – συνήθως την αυγή, όταν σταματούσαν την πορεία για ξεκούραση – τον έπαιρνε αγκαλιά και του έβαζε το φυλαχτό της μέσα στην χούφτα του. «Είναι της ξανθιάς νεράιδας» του έλεγε, «να της το δώσεις όταν θα ‘ρθει» και τον ησύχαζε με την ελπίδα ενός καλύτερου αύριο. Και το σούρουπο τον έβρισκε πάντα στην ασφάλεια της αδιάτρητης νοητικής υστέρησης καθώς λίγο πριν ανοίξει τα μάτια του, έπαιρνε το φυλαχτό μέσα από την χούφτα του και το κρέμαγε πάλι στο λαιμό του να δυναμώσει για τη νυχτερινή πορεία προς το ακατανόητα ελπιδοφόρο.

Πάντα έτσι γινόταν, εκτός απ’ εκείνη την μοιραία παραμονή της εκεχειρίας. Ίσως να έφταιγε η βροχή των τελευταίων ημερών σε συνδυασμό με το καλοσχεδιασμένο έργο των βομβών. Το δεύτερο πάτωμα του σπιτιού-καταφύγιο των δύο αδερφών κατάρρευσε από χαρά για την επικείμενη ανακωχή και καταπλάκωσε το μεγαλύτερο από τα δύο αδέρφια πριν προλάβει να πάρει από τη «παιδική» χούφτα το πολύτιμο φυλαχτό. Δύο μέρες αργότερα, ο κυβερνητικός στρατός εντόπισε μέσα στα ερείπια τον μικρότερο να κοιμάται πάνω στα απομεινάρια του διαλυμένου δεύτερου πατώματος, με τη δεξιά του παλάμη κλειδωμένη σε γροθιά.


... ... ...

Ακόμα και μετά από έντεκα ολόκληρα χρόνια, κανένας δεν κατάφερε να ανοίξει αυτή τη «παιδική» χούφτα με το έγκλειστο φυλαχτό.

«Όλη τη νύχτα βαδίζει μηχανικά και αμίλητος σε όλο το θάλαμο, αγαπητή μου. Είναι ακίνδυνος. Ο κ. Καθηγητής θεωρεί ότι είναι κατάλοιπο από το νυχτερινό καραβάνι των προσφύγων του εμφυλίου.» Η νεαρή ξανθιά ψυχίατρος κούνησε με συμπόνια το κεφάλι της, παρατηρώντας μάλλον αδιάφορα άλλη μια περίπτωση ασθενούς που θα έπρεπε πιθανόν να περιθάλψει στην επικείμενη πρώτη της νυχτερινή βάρδια σε αυτό το περιφερειακό ίδρυμα ανιάτων. Ο μικρότερος αδερφός κοιμόταν ήσυχος πάνω στο σιωπηλό κρεβάτι του θαλάμου ενώ σαν αχνό υδατογράφημα ο μεγαλύτερος του κρατούσε τη σφαλιστή παλάμη και του χάιδευε απαλά τα μαλλιά καθώς του ψιθύριζε «... να της το δώσεις όταν θα ‘ρθει».

Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2008

Όμορφα παραμύθια

{εμπνευσμένο από ανάρτηση της Νεράιδας της βροχής}

Όμορφα τα παραμύθια
όμορφα φτιάχνονται
μέσα στο αίμα
στις σκέψεις
στα λόγια
στο βλέμμα
στο άγγιγμα

Όμορφα τα παραμύθια
όμορφα χάνονται
με μια μαχαιριά
μια λογική στιγμή
ένα ψέμα
μια ανθρώπινη ματιά
ένα σπρώξιμο

Όμορφα τα παραμύθια
όμορφα μας στοιχειώνουνε...

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2008

Το Χαμόγελο

Το βλέμμα του είχε κολλήσει με αυθάδικο τρόπο πάνω της. Την κοιτούσε κατευθείαν μέσα στα μάτια, ακόμα μακιγιαρισμένα με τα έντονα χρώματα της θεατρικής παράστασης. Καθισμένος σταυροπόδι εκεί στην δεξιά πλευρά της σκηνής μαζί με τους υπόλοιπους 20 ή 25 ομήρους της ομάδας του. Άλλοι τόσοι στην αριστερή πλευρά της σκηνής. Και μέσα σε αυτούς εκείνη. Οι υπόλοιποι ήταν σαν μην υπήρχαν. Δεν πίστευε στην αποψινή του τύχη που τον είχε φέρει ακριβώς απέναντι και στο ίδιο επίπεδο, λίγα μόλις μέτρα μακριά από τη αιτία κάθε αϋπνίας του. Το πρόσωπο του έλαμπε όπως κάθε βράδυ όταν από τα καθίσματα της πλατείας μαγευόταν από την παρουσία της και ταξίδευε σε κόσμους υπέρτατης ευτυχίας φαντάζοντας να κρατούνται χέρι-χέρι και πότε να περπατούν σε ανθισμένα λιβάδια, πότε να γεύονται το χιόνι σε απάτητες βουνοκορφές, πότε να λούζονται ένα ηλιοβασίλεμα καθισμένοι σε μια παραλία και πότε απλώς να προσπαθούν να μετρήσουν τα άστρα ξαπλωμένοι πάνω στο γρασίδι ενός πάρκου.

Τούτη τη φορά όμως ένα ελαφρό χαμόγελο είχε προστεθεί στο λαμπερό του πρόσωπο. Σαν να περίμενε από στιγμή σε στιγμή να ανταμώσει την ματιά της. Σαν να είχε καταφέρει να ξεπεράσει τον φόβο του και αισθανόταν έτοιμος να της μιλήσει, να της εκμυστηρευτεί τον πόθο του, να την κατακτήσει, να κατακτήσει όλο τον κόσμο. Λες και ξαφνικά να είχε ξεφύγει από τη μιζέρια του και ένιωθε σαν τον ιππότη που επιστρέφει νικητής από την μάχη για να δεχθεί από το βασιλιά το χέρι της πανέμορφης πριγκίπισσας.

Όμως, μέσα στις 5 περίπου ώρες της ομηρίας τους τίποτα από αυτά δεν είχαν συμβεί. Όχι μόνο δεν αντάμωσε την ματιά της αλλά κανένας άλλος επί σκηνής δεν ένιωθε αυτή τη λάμψη και αυτό το χαμόγελο. Ήταν όλοι τους τόσο τρομοκρατημένοι που κι αυτοί με τον τρόπο τους είχαν ήδη δραπετεύσει αφήνοντας μέσα στον πανικό τους το μοναδικό πράγμα που θα έπρεπε να φυγαδεύσουν, το ίδιο τους το σώμα. Σαν να ήταν εντελώς μόνος του εκεί, μόνος σε μια άδεια σκηνή, σε ένα άδειο θέατρο. Όπως οι νύχτες του, να ξαγρυπνά και να ξαναζεί τα ταξίδια που μαγεμένος είχε φτιάξει στην διάρκεια της προηγούμενης παράστασης. Μόνο ένας από τους μασκοφόρους με τα αυτόματα και τις χειροβομβίδες πρόσεξε αυτό το χαμόγελο. Του φάνηκε όμως τόσο έντονα φωτεινό που αμέσως απέστρεψε το βλέμμα του αλλού και φρόντισε να μην ξανακοιτάξει φοβούμενος ότι θα αναγκαζόταν να ρίξει τον οπλισμό του και να βαδίσει με τα χέρια ψηλά προς την κεντρική πόρτα του θεάτρου για να παραδοθεί στους εκατοντάδες αστυνομικούς που είχαν περικυκλώσει το κτίριο.

Όλα έπαψαν να είναι απελπιστικά αργά όταν ένας μασκοφόρος άρχισε να επιλέγει τρία άτομα για εκτέλεση προς παραδειγματισμό που δεν είχαν ακόμη ικανοποιηθεί τα αιτήματα τους. Δύο άντρες και μία γυναίκα, εκείνη, βρέθηκαν χωρίς να το καταλάβουν κάτω από τη σκηνή. Ο άντρας, μόλις συνειδητοποίησε ότι κάτι κακό επρόκειτο να συμβεί στο αντικείμενο του πόθου του, επαναστάτησε. Το βλέμμα του συννέφιασε και έκανε να σηκωθεί από το σανίδι μα η κάνη ενός καλάσνικοφ τον κάρφωσε και πάλι κάτω. Εκείνη είχε παραδοθεί σε υστερία. Παρακαλούσε, έταζε χρήματα, έκλαιγε, έπεφτε στο πλαστικό δάπεδο της πλατείας και ικέτευε μέσα σε φωνές και στριγκλιές.

Όλοι είχαν αναστατωθεί και τα βλέμματα τους δεν ξεκολλούσαν από πάνω της. Δεν ήταν βλέμματα λύπης ή συμπόνιας. Έμοιαζαν περισσότερο με βλέμματα ανακούφισης που δεν ήταν εκείνοι στην θέση της. Αντίθετα ο άντρας δεν την κοιτούσε ούτε την άκουγε πλέον. Είχε σηκώσει τα χέρια και ζήτησε από τον οπλισμένο άνδρα από πάνω του να του μιλήσει. Εκείνος έσκυψε ελαφρώς προς το μέρος του χωρίς να τραβήξει την κάνη από πάνω του. Ακολούθησε ένας σύντομος διάλογος μεταξύ τους. Ο μασκοφόρος έκανε ένα νόημα στους συντρόφους του στην πλατεία και η γυναίκα ελευθερώθηκε. Καθώς με δάκρυα χαράς επέστρεφε στην σκηνή, ο άντρας με σταθερό βήμα κατέβαινε από αυτή. Η λάμψη και το χαμόγελο είχαν επιστρέψει στο πρόσωπο του και το βλέμμα του πάλι ακολουθούσε τα μάτια της. Για μια στιγμή διασταυρώθηκαν. Μύρισε το άρωμα της νοτισμένο από τα δάκρυα, ένιωσε την ζέστα του κορμιού της και ένα σκίρτημα του πάγωσε γλυκά το δέρμα. Έλαμπε ακόμη περισσότερο και χαμογελούσε όλο του το κορμί. Εκείνη, χαμένη μέσα στην απροσδόκητη τύχη, για άλλη μια φορά δεν πρόσεξε τίποτα.


Οι μασκοφόροι ανάγκασαν τους τρεις προς εκτέλεση να γονατίσουν πίσω από την μεγάλη τζαμαρία της κεντρικής εισόδου. Ένας από αυτούς έβγαλε ένα πιστόλι και σημάδεψε τον άντρα στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Ο άντρας εξακολουθούσε να λάμπει και να χαμογελά. Μπρος του οι εκατοντάδες αστυνομικοί δεν πρόσεξαν τίποτα. Κοιτούσαν εκνευρισμένοι τους μασκοφόρους. Σχεδόν ταυτόχρονα με την εκπυρσοκρότηση του πιστολιού άρχισε και η επέμβαση των ειδικών δυνάμεων. Ήταν επιτυχής. Όλοι οι μασκοφόροι σκοτώθηκαν στην επιχείρηση και όλοι οι όμηροι ελευθερώθηκαν. Όλοι οι ζώντες όμηροι. Ούτε ένας από αυτούς δεν χαμογελούσε.

Σάββατο, 28 Ιουνίου 2008

Ανάποδη στροφή

Όλα τα όνειρα, γεννιούνται τα απογεύματα, μεγαλώνουν την νύχτα κι έπειτα σβήνουν την αυγή αφήνοντας ένα γλυκό χαμόγελο στα χείλη της επόμενης μέρας.
Τα δικά μου, φροντίζω πάντα να τα σκοτώνω κατά την σύλληψη, προτού γεννηθούν... να μένει η νύχτα μου αγέλαστη, αμόλυντη, σιωπηρή και ευωδιαστή, σαν θερινή ψιχάλα...



Όλα έτσι έπρεπε να γίνουν..

Η πλατιά λεωφόρος για ανέμελη εκδρομή
Τ’ ανοιχτό αμάξι να ρολάρει ρελαντί
Η γλυκιά ευωδιά από πρωινή βροχή
Η αόρατη ελπίδα για μία άλλη ανατολή

Η τρελή του φαντασία για μια νέα ηδονή
Ο μεγάλος κυβισμός στη μηχανή
Η ανάγκη για ελεύθερη ψυχή
Η γκαζιά μέχρι το τέρμα να κοπεί η αναπνοή

Η ταχύτητα που φέρνει καθεμία αλλαγή
Η απόδραση απ’ τη συμβατική ζωή
Η αιώνια απάτη για αγάπη δυνατή

Όλα έτσι έπρεπε να γίνουν
Όμορφα, καταδικασμένα από την αρχή
σαν πορεία σε ανάποδη στροφή

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2008

Άνοιξη

{εμπνευσμένο από ανάρτηση της Μαρίας Ρ}

Δεν θέλει ιδιαίτερη προσπάθεια
ο ερχομός της άνοιξης

ένα ξυράφι…
ένα μαχαίρι…
ένα πιστόλι…
ένα σχοινί και ένα δέντρο…
αρκούν

μια ηλιόλουστη μέρα
ένα παγωμένο φωτογραφίας γέλιο
κι ένα συρτάρι αναμνήσεις

Βλέπεις μικρή μου…
δεν θέλει πολλά ο ουρανός να κατεβεί

Α! Ναι! κι ένας κρυφός έρωτας
Μα από αυτούς έχουμε φτιάξει μπόλικους
Έτσι δεν είναι μικρή μου;

Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2008

Ανάμνηση

{εμπνευσμένο από ανάρτηση του Δ Δικαίου}


Αφήσαμε βροχές αγαπημένες να μας προσπεράσουν
μη τάχα λιώσουμε στις καυστικές σταγόνες τους
που τόσο επιθυμούσαμε

Αφήσαμε νέφη άλλων ουρανών μέλι να στάξουν πάνω μας
μα δηλητήριο απόμεινε και μια πικρία αφήνει κάθε γλύκα
Πόσο είχαμε συμβιβαστεί!

Και τώρα τι μας μένει;

Δυο στίχοι, δύο δάκρυα, μια νύχτα μοναξιά
απόνερα σε βόρβορο, λυμάτων δυσωδία

Εκείνο που δεν τόλμησε τότες η ψυχή
Ανάμνηση για μια αναπνοή
που πάντα θα 'ναι ικανή
έως τα ξημερώματα να μας διατηρεί

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2008

Ανώμαλη προσγείωση


Η ώρα είναι τρεις…

Απόψε νιώθω ατελείωτα ρομαντικός
Θες να ‘ναι το μικρό της ώρας;
Θες να ‘ναι το παράνομο αλκοόλ;
Θες να ‘ναι ‘κείνο το τραπεζάκι κάτω από το θολό φως;
Θες να ‘ναι ο φίλος που μιλούσε με την ψυχή του;

Ότι και να ‘ναι, απόψε νιώθω ατελείωτα ρομαντικός
Κάτι που έχει χρόνια να χτυπήσει την πόρτα μου

Θα μπορούσα να ζωγραφίσω με τα πιο απίθανα χρώματα
Θα μπορούσα να ταιριάξω τις πιο ανείπωτες λέξεις
Θα μπορούσα να δημιουργήσω τις πιο σαγηνευτικές μελωδίες
Θα μπορούσα να περάσω τις πιο άγριες θάλασσες
Θα μπορούσα να ταξιδέψω στους πιο μακρινούς πλανήτες

Μα κάτι λείπει...

Μου λείπει ένα φεγγάρι
Μου λείπει ένα πλακόστρωτο να ανηφορίσω
Μου λείπει ένα δροσερό αεράκι
Μου λείπει ένα μυρωδάτο κυματάκι
Μου λείπει μια μελαγχολική βροχή
Μου λείπει ένα τρεμουλιαστό φως κεριού
Μου λείπει μία ζέστα από τζάκι
Μου λείπει ένα κελάηδισμα πουλιού
Μου λείπει μια άνοιξη
Μου λείπεις εσύ…

Απόψε θα μπορούσα να ‘μουνα ατελείωτα ρομαντικός
μα ήρθες και μου θύμισες πως πάντα κάτι θα μου λείπει
Καληνύχτα!

Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2008

Θα ήθελα

{εμπνευσμένο από ανάρτηση της Naya}

Θα ήθελα
να έσβηνα τα θέλω της
προτού ανάψουν μέσα της
Προτού τα δει να έρχονται

Θα ήθελα
να μάρανε τα θέλω μου
προτού ανθίσουν μέσα μου
Να χάνονται στους δρόμους
χωρίς ποτέ να με 'βρουν

Ναι, αυτό θα ήθελα
Ν’ άδειαζε η ζωή μας
απ' τα ερωτηματικά

Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2008

Ένα αληθινό παραμύθι

Έκλεισε το τηλέφωνο το ίδιο απογοητευμένος όπως το είχε σηκώσει. Ένιωθε τις αδυναμίες του, τα θέλω του, τα όνειρα του, τις ουτοπίες του να σχηματίζουν μια θηλιά γύρω από το λαιμό του, να του σφίγγουν με πείσμα την καρωτίδα χωρίς όμως να τον πνίγουν, μονάχα να του κόβουν τις αναπνοές. Ένιωθε όλο και μεγαλύτερο το κάθετο της άρνησης. Ένας άσσος. Μαχαίρι στην καρδιά. Ψηφίο που μαρτυρά τις επιλογές του. Το ασυμβίβαστο του. Η μονάδα. Μόνος.

Φόρεσε τα ρούχα που ήθελε να τον χαρακτηρίζουν. Ένα τζίν παντελόνι για την απλότητα του. Ένα άσπρο πουκάμισο με καφέ και κίτρινες ρίγες για τα όνειρα του. Ένα σκούρο θαλασσί σακάκι για τον ρόλο του. Και τα μαύρα του παπούτσια για την ματιά του στο μέλλον. Η πορεία σύντομη. Συνηθισμένη. Καθ’ οδόν, ανίερες υπάρξεις χαιρετούσαν αυτό που νόμιζαν ότι έβλεπαν και αυτό που ήλπιζαν να τους παραδοθεί. Μπήκε στο μπαρ με το γνωστό του βέβαιο βήμα. Πήγε πάλι απόψε για το παραμύθι του.

Οι θεοί της νύχτας δεν άργησαν να κλωτσήσουν την ανέμη. Οι διάφορες άρχισαν να εκδηλώνονται. Φιλάκια, γελάκια, σκουντήματα, τριψίματα. Αηδία. Ένας συνάδελφος μύρισε «ψοφίμι» και κόπιασε στο τραπέζι του. Τα σφηνάκια άδειαζαν το ένα πίσω από το άλλο. Η δική του απογοήτευση δεν άδειαζε με τίποτα. Μέχρι που το βλέμμα του συναντήθηκε με εκείνης. Από μέσα του κούνησε απογοητευτικά το κεφάλι του. Απλά δεν είχε όρεξη για το ίδιο παραμύθι. Μα οι θεοί προβλέπουν πάντα.



Σάλσα!!! Η ψυχή του έγινε ένας απέραντος αναστεναγμός. Πείρε το ποτό και τα τσιγάρα του και αποτραβήχτηκε στο εσωτερικό του καταστήματος, κάτω από τα ηχεία, για να ακούει την μουσική και όχι τα μάταια γέλια τους. Άναψε τσιγάρο, έκλεισε τα μάτια και άφησε τον ρυθμό να τον λικνίζει απαλά στο «είμαι κάπου αλλού». Σε λίγα λεπτά ένιωσε μια ζέστα να τον αγγίζει ανάλαφρα στη μέση. Γύρισε και την αντίκρισε. Εκείνη, του έπιασε την αριστερή παλάμη και τυλίχτηκε πάνω του. Ο ρυθμός της σάλσα οδηγούσε τα βήματα τους. Σαν ασώματα φτερά αφέθηκαν στο πικάντικο στροβίλισμα των ήχων της κιθάρας και των πνευστών. Παρασύρθηκαν κι οι δυο στο «είμαστε κάπου αλλού». Αφέθηκαν σ’ αυτό το χορό χωρίς να ανταλλάξουν λέξη. Μετά από αιώνες, το κομμάτι τελείωσε. Εκείνη, με αργές και απαλές κινήσεις ξετυλίχθηκε από πάνω του σαν πέπλο και χωρίς να τον κοιτάξει απομακρύνθηκε στην παρέα της. Εκείνος, έμεινε εκεί προσπαθώντας να βρει τις κομμένες του ανάσες μέσα στο αλκοόλ, την νικοτίνη και την πλανεύτρα σάλσα που εξακολουθούσε να αντηχεί μέσα στο άφτερο σώμα του.

Στο τέλος της νύχτας, πολύ μετά την αποχώρηση του ιδιοκτήτη, απέρριψε την πρόταση των υπαλλήλων του μπαρ για συνέχεια. Ήταν αυτή η μυστήρια περηφάνια του να φεύγει όπως ερχόταν. Εξάλλου, οι θεοί του είχαν φτιάξει κι απόψε ένα όμορφο παραμύθι… κι ας μην ήταν ικανό να του πάρει την απογοήτευση και να του δώσει πίσω τις χαμένες αναπνοές.

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2008

Θλίψη

{εμπνευσμένο από ανάρτηση της Μαρίας Ν}


Την στρίμωξαν τα κύματα

Την φθείραν οι ανέμοι

Την λάτρεψαν ποιήματα

και έγειρε η έρμη


Απάγκιο βρήκε μια νυχτιά

(που η αρμύρα είχε δωρίσει)

σε μια μονάχη ακρογιαλιά

εκεί για να σαπίσει

Τρίτη, 27 Μαΐου 2008

Αφιερωμένο εξαιρετικά!

Αφιερωμένο σε όλους αυτούς τους σταυροφόρους που αποφάσισαν να καθαρίσουν το διαδίκτυο προτού σκεφτούν να καθαρίσουν πρώτα τις δικές τους ψυχές από τον τυφλό εγωισμό τους.
Αφιερωμένο σε όλους αυτούς τους αντιστασιακούς που θεωρούν ότι δημοκρατία είναι οτιδήποτε δεν τους ενοχλεί και ελευθερία λόγου είναι οτιδήποτε συμφωνεί με την δική τους άποψη.
Αφιερωμένο σε όλους αυτούς τους υπεράνω που θεωρούν ότι έντιμο, πρέπον και ορθό είναι να καταδικάζεις χωρίς να αφουγκράζεσαι, χωρίς να διαλέγεις, χωρίς να ψηλαφείς.
Αφιερωμένο σε όλους αυτούς τους γυρολόγους που προσπαθούν να νιώσουν ότι υπάρχουν προσπαθώντας με βία να εισχωρήσουν για λίγο στη ζωή των άλλων.



Σε όλους εσάς λοιπόν αγαπητοί μου – κι ας αναγκάζομαι να ανέβω στο επίπεδό σας - αφιερώνω το παραπάνω (προσοχή "στους στίχοι"), ευχόμενος να κατανοήσετε ότι ο δρόμος αντιπαράθεσης που έχετε επιλέξει δεν λύνει τα προβλήματα σας και συνάμα σας ενημερώνω ότι για άλλη μια φορά αποδεικνύετε με τον πιο περίτρανο τρόπο την ορθότητα των επιλογών μου. Διότι εάν η συμπεριφοράς σας ορίζει τον ουρανό σας, τον ήλιο σας και την θρησκεία σας, είμαι ευτυχής που δεν σας πιστεύω πλέον και καλώς ζω εδώ στο σκοτάδι μακριά από τις αετίσιες πτήσεις σας.

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2008

μας συγχωρείτε, ΔΙΑΚΟΠΗ

την περίοδο αυτή βρίσκομαι σε νιρβάνα


(κοντά σας όταν ολοκληρωθεί το re-boot)


ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ





Κυριακή, 18 Μαΐου 2008

10 κιλά χασίσι

Θα κάνω ένα δώρο στο εαυτό μου
να ανεβώ στο ύψος το δικό μου
Δέκα κιλά χασίσι θα αγοράσω
πάνω απ’ τα σύννεφα για πάντα να πετάξω

Θα πάψω με τα επίγεια να ασχολούμαι
τα κορίτσια άλλο πια δεν θα φοβούμαι
Κι όταν με πιάνει αυτός ο πανικός
θα φτιάχνομαι μαστούρης κυνικός

Δεν θα κάνω πλέον όλα αυτά που πρέπουν
Δεν θα κοιτώ ότι οι άλλοι βλέπουν
Χασίσι θα τζουράρω στα πνεμόνια
μαστούρας να με ζώνουνε δαιμόνια

Θα αφήσω έρωτες, φίλους και θυσίες
Ανθρώπινες δεν θα ‘χω αμαρτίες
Χαρμάνι φίνο με πίπα θα φουμάρω
Στους ουρανούς της ζάλης σαν αετός θα φθάνω

Όπως μου έρχονται τα λόγια θα τα λέω
και τους τριγύρω μου δεν θα πιστεύω
Δέκα κιλά χασίσι θα αγοράσω
τη φάση μου επιτέλους να την κάνω

{20 Ιαν 1990}

Παρασκευή, 16 Μαΐου 2008

Ελλείψεις

{εμπνευσμένο από ποίημα της Μαρίας Ρ στο blog Dark Virtual Poetry}

Άδειασες από πρότυπα εραστών
ή μήπως κατανοείς το ανυπεράσπιστο μου
όταν κοιτώντας τη παλάμη μου
ειρωνικά μου ανακοίνωσες
για την ανύπαρκτη γραμμή της ζωής μου;

Θα ‘θελα πολύ να σου ‘φερνα
δυο στάλες ουρανό
και μια μποτίλια ήλιο
μεθυστική αθώωση να νιώσεις
μα εδώ κάτω
σαπίσαν και οι λέξεις
θρυμματίζονται
κι αρνούνται να ταιριάξουν

Δεν ξέρω αν κατάλαβες!
Έχω από καιρό αποσυντεθεί
και δεν θυμάμαι πλέον σε ποιο
ανεκπλήρωτο ανήκω


(να ξέρεις ότι, νυχτώνει και στις πιο σκοτεινές σπηλιές)

Τρίτη, 13 Μαΐου 2008

Give me reasons


Νιώθω σαν εκείνο το ιππότη που μια μεγάλη φυσική καταστροφή του εξαφάνισε όλο του το βιος και του πείρε όλους του υποτακτικούς. Σαν εκείνο τον ιππότη που γυρνώντας νικητής από την τελευταία μάχη μαθαίνει ότι ο Βασιλιάς του πέθανε από μια άγνωστη και ανίατη αρρώστια. Σαν εκείνο τον ιππότη που βλέπει την πριγκίπισσά του να ξεψυχάει μέσα στην αγκαλιά του καθώς το φαρμακωμένο αίμα από το ανεπαίσθητο δάγκωμα μιας τυχαίας οχιάς πνίγει και τα τελευταία κύτταρα των ματιών της. Νιώθω σαν εκείνο τον ιππότη που περιπλανιέται σε ξένη γη χωρίς σκοπό και αιτία.
Give me reasons not to...

Τα μεσημέρια κάθομαι κάτω από πανάρχαια πλατάνια παρακαλώντας τους θεούς του δάσους να με λυτρώσουν από την αναίτια ετούτη περιπλάνηση. Να στείλουν κάποιο μεγάλο θηρίο να με καταβροχθίσει καθώς αποκαμωμένος θα κλείνω τα μάτια για λίγη ηρεμία. Να στείλουν τον πιο δόλιο ληστή τους να μου αρπάξει ότι μου έχει απομείνει. Να στείλουν τον πιο ταλαντούχο μάγο τους να με μεταμορφώσει σε βράχο σε απάτητη κορφή.
Give me reasons not to...

Τα βράδια βυθίζομαι στα νερά των ποταμών προκαλώντας τις νύμφες των λιμνών να με λευτερώσουν από αυτή την ανήθικη τιμωρία. Να με μουδιάσουν με τα αρώματα των μαγικών νούφαρων. Να εισχωρήσουν μέσα στο κορμί μου. Να γιομίσουν το κεφάλι μου με τις απίστευτες παραισθήσεις τους. Να με παραδώσουν στην αιώνια τρέλα. Να νιώθω πως υπάρχω αλλά να μην είμαι εκεί.
Give me reasons not to...

Τα ξημερώματα ικετεύω τις νεράιδες που τρελές χορεύουν στο κατόπι μου να μου εμφανίσουν ένα χωριό καμένο από στρατιές βαρβάρων, με γυναίκες να κλαίνε για τους σφαγμένους συζύγους τους και παιδιά να μένουν άλαλα στη θέα των αποκεφαλισμένων μανάδων τους. Να σκοτωθώ για αυτούς παίρνοντας εκδίκηση για κείνα τα εγκλήματα. Να μου εμφανίσουν ξερά απέραντα χωράφια και αγρότες να προσφέρουν ανθρωποθυσίες παρθένων κοριτσιών σε δράκους βουνών για να αφήσουν μια στάλα νερό να τρέξει στα ποτάμια τους. Να σκοτωθώ για αυτούς προσπαθώντας όλους τους δράκους μονάχος να ξεκάνω.
Give me reasons to live for...

Τις ικετεύω να μου δωρίσουν μια στιγμή μόνο να αγναντέψω πάλι την αυλή μου, να προσκυνήσω τον γέρο Βασιλιά μου, να ξαναδώ τα μάτια της πριγκίπισσας μου.
Give me reasons to die for...

Δευτέρα, 12 Μαΐου 2008

Γράμμα από το μνήμα

Με αφορμή τα διάφορα πισώπλατα μαχαιρώματα που συμβαίνουν ανάμεσα σε γνωστούς και άγνωστους blogger έλαβα το παρακάτω γράμμα.
(Παρακαλώ αυτή τη φορά κρατήστε τους σχολιασμούς για τον εαυτό σας, το έχουμε όλοι ανάγκη)



Αγαπητέ Εαυτέ,

Γνωρίζω ότι έχεις κάπως ξαφνιαστεί. Ξέρω-ξέρω, ποτέ δεν πίστευες ότι οι νεκροί θα μπορούσαν να είναι τόσο επιτήδειοι ή τόσο ηλίθιοι ώστε να επικοινωνήσουν με τους ζωντανούς. {πόσο ζωντανός άραγε αισθάνεσαι;} Μα να που τελικά συμβαίνουν θαύματα! {πιστεύεις άραγε ακόμη στα θαύματα;} Σε λίγες μέρες, πρόκειται να πάρεις μεγάλες αποφάσεις στην ζωή σου και χρειάζεσαι κάθε βοήθεια που θα μπορούσε η συμβιβασμένη λογική σου να σου προσφέρει. {είναι αυτή που διάλεξες την ημέρα που με φόνευσες, θυμάσαι;} Αυτός είναι και ο λόγος που σου γράφω, να σου θυμίσω την καθωσπρέπει συμπεριφορά που θα τηρήσεις.

Όταν λοιπόν, θα έρθει πάλι εκείνος ο μεγάλος έρωτας στη ζωή σου, πρόσεξε να τον αρνηθείς. Να μην παλέψεις γι’ αυτόν. Να μην δακρύσεις. Να μην τρέξεις από πίσω του. Να μην γίνεις ποιητής για χάρη του. Πρόσεξε καλά και να μετρήσεις κάθε δήθεν ευτυχισμένη μέρα μαζί του. Να σκεφτείς καλά την διαφορά ηλικίας που μπορεί να μην υπάρχει. Να ακούσεις προσεκτικά όλους τους φίλους σου που αποζητούν το καλό σου, να σε προειδοποιούν για το αβέβαιο μέλλον μαζί του. Να μελετήσεις καλά όλα τα σημάδια και να μετρήσεις όλα τα υπέρ και τα κατά, ίσα και με τη βαρύτητα που τους πρέπουν. Και μην φοβηθείς την άρνηση. Οι μεγάλοι έρωτες έρχονται κάθε λίγο και λιγάκι στην ζωή. Την αναστατώνουν για λίγο και φεύγουν το ίδιο ξαφνικά όπως εμφανίστηκαν. Μα κι αν δεν έρθουν ποτέ, ευτυχισμένος να είσαι. Θα γλυτώσεις από πολλούς εφιάλτες που ίσως θα ταλαιπωρήσουν τον ύπνο του δικαίου που απολαμβάνεις τόσο καιρό. Βλέπεις εγώ κρατώ τους περισσότερους από αυτούς να περιποιούνται το μνήμα μου. Κι αν μου ξεφεύγουν καμιά φορά μερικοί, είναι που έχουν αρχίσει να πληθαίνουν τώρα τελευταία και αδυνατώ να τους προλάβω όλους.

Όταν λοιπόν θα έρθει η ώρα να προδώσεις τον φίλο σου να μην το σκεφτείς δεύτερη φορά. Κι εκείνος το ίδιο θα έπραττε στη θέση σου. Να είσαι σίγουρος γι’ αυτό. Εξάλλου τι σου χάρισε εκείνος τόσο καιρό. Μόνο να κλαιγόταν μπορούσε και να αποζητά την βοήθεια σου. Όλος ο κόσμος σε έκρινε άσχημα έτσι κι αλλιώς που τον έκανες παρέα. Ένα βρωμερό απόβρασμα της κοινωνίας ήταν που προσπαθούσε να κρατηθεί πάνω σου για να μπορεί να αναπνέει. Εσένα δεν σε σκέφτηκε ποτέ και συνεχώς προσπαθούσε να σε παρασύρει μαζί του στη λάσπη που κυλιόταν καθημερινά. Ποιος λοιπόν χρειάζεται τέτοιους φίλους! Οι φίλοι θα έπρεπε να σε βοηθούν να πετυχαίνεις τα υψηλότερα των ιδανικών όπως πλούτο, δόξα, δημοτικότητα και τις λοιπές γνωστές αρετές των ανθρώπων. Γι’ αυτό σου λέω να δώσεις το φιλί της προδοσίας χωρίς δεύτερη κουβέντα. Και μην φοβάσαι τα αντίποινα. Έχω φροντίσω κάθε βέλος που σε στοχεύει να κατευθύνεται πάνω μου και να χάνεται εκεί, στο σκοτεινότερο βάραθρο της καρδιάς μου. Κι αν καμιά φορά κάποιο από αυτά αστοχεί και σε πετυχαίνει στον καρπό ή στην φτέρνα μην με κακολογείς, βλέπεις έχουν αρχίσει να πληθαίνουν τα αναθεματισμένα και δεν τα προλαβαίνω όλα πλέον.

Όταν λοιπόν θα έρθει η ώρα να κρίνεις το καλό από το κακό, θα σου είναι όλα ξεκάθαρα. Φέρε στη θύμηση σου εμένα για να διακρίνεις την μορφή του κακού και βάσει αυτού διάλεξε το καλό. Θυμήσου…
Είμαι αυτός που αρνήθηκε να ξεχάσει τον μεγάλο έρωτα, δεν τον αντάλλαξε ποτέ με τίποτα, συνεχώς προσπαθούσε γι’ αυτόν, μέχρι που πλέον στέρεψε εντελώς η ζωή του και δεν είχε τίποτα πλέον να του προσφέρει.

Είμαι αυτός που πάλεψε με κάθε ανθρώπινη αδυναμία και προτίμησε να δεχθεί κάθε τους χαστούκι παρά να αφήσει σε κάποιο υπόνομο τα ιδανικά που του έμαθαν από παιδί.

Είμαι αυτός που ενώ κρατώ στα χέρια μου το ισχυρότερο τεχνολογικά όπλο, προτίμησα να μείνω φτωχός και να κρύψω από την ανθρωπότητα την δουλειά μιας ολόκληρης ζωής.

Είμαι αυτός που κάνω ακόμα παρέα με τον άνθρωπο που μεθούσα μαζί του ως έφηβος σε φεγγαρόφωτες ακρογιαλιές για την καρδιά του ίδιου κοριτσιού κι ας γνωρίζω ότι μου κάνει τεράστιο κακό στην κοινωνική μου εικόνα.

Είμαι αυτός που στάθηκε να πολεμήσει για το χώμα που πατούσε ενώ οι υπόλοιποι διάλεγαν κατηφόρες και ανηφόρες για να κρύψουν την αδυναμία τους να αντιταχτούν στο κύμα που ερχόταν.

Είμαι αυτός που θα ήθελες τόσο πολύ να του μοιάσεις, μα βλέπεις εσύ δεν αντέχεις το σκοτάδι του μνήματος και δεν μπορείς να δεις το φως που αναδύεται από τις σκοτεινές καρδιές ίσως γιατί παρά-είναι αγνό για σένα και τον ζωντανό σου κόσμο.

Σε αφήνω με τις θερμότερες ευχές μου για το μέλλον σου, γνωρίζοντας ότι θα πράξεις και πάλι το πρέπον και το κοινωνικά αποδεκτό.

Φιλικά
Ο Νεκρός σου Εαυτός

ΥΓ. Αλήθεια, ακόμη πιστεύεις ότι ζεις;

Σάββατο, 10 Μαΐου 2008

Κύματα γνώσης

Περιμένω δίχως λόγο και αιτία
να αρχίσω κάποια όμορφη ιστορία
Θα τον πάρω τον καημένο εαυτό μου
να του δώσω ένα θάνατο δικό ΜΟΥ

Δεν θα βάλω εγώ παύλα και τελεία
στην ηλίθια αυτή μου τη θυσία
Θα γυρίσω στο καντράν του τηλεφώνου
ένα νούμερο κάποιου τίμιου φιλονόμου

θα πληρώσω όσο-όσο την τιμή του
μάρτυς έγκυρος να γίνει η μορφή του
Θα χαρίσω στη γενιά της ανύποπτης φυλής μου
νεκρικές αναπνοές της ανθρώπινης ζωής μου

Καθώς φεύγω, θα γυρίσω το κεφάλι να κοιτώ
τον φιλόξενο (χα! χα!), ελληνικό λαό
Δεν θα χαμογελάσω, ούτε θα δακρύσω
τους κοιτώ, μα δεν αξίζουν ούτε καν για να τους φτύσω

Τρίτη, 6 Μαΐου 2008

Παραμύθι στη "Χώρα του Ποτέ"


ντυμένος ατσάλι – πανοπλία
(δεν θ’ αντέξει)
καρδιά ασπίδα
(θα σπάσει στα δυο)

κυνήγι δράκων ξεκινώ
δαντελένιο μαντήλι – φυλαχτό
άλογο λευκό
μανδύα άλικο φορώ
ξίφος αργυρό
δάσος καταπράσινο και εχθρικό

ομίχλη γύρω
(δεν θα γυρίσω πίσω)
νεράιδες συντροφιά
στο διάβα ξωτικά

δράκος νεκρός
ματωμένο το σπαθί
μια πληγή που όλο αιμορραγεί

δεν θα σε συναντήσω
πίσω δε θα γυρίσω
πορφυρό μαντήλι για φυλαχτό

{μοιρασμένος σε δυο κόσμους
του «είναι» και «θα ήταν»}

Τετάρτη, 30 Απριλίου 2008

Γλυκιά μου πριγκίπισσα ...

κι αν σου έσταξα δάκρυ
είσαι η αγάπη μου η πιο μεγάλη
θε να σαι πάρω
σε άλλο κόσμο και πλανήτη να σε πάω



απ’ την πλημμύρα σου πως να ξεφύγω
τον ουρανό σου πως να αποφύγω
από το όνειρο σου πως να κρυφτώ
στην αγκαλιά σου θέλω να αποκοιμηθώ

θα γίνω νύχτα για να ‘σαι εσύ τ’ αστέρι
παντοτινά να σου κρατώ το χέρι
θα γίνω θάλασσα να πνίγω κάθε πόνο
να ρέω, ν’ αναπνέω για σένα μόνο

Τρίτη, 22 Απριλίου 2008

Art of Noise: Peter Gunn

Αγαπητοί φίλοι, με αφορμή μία πρόσφατη ανάρτηση στο Black & White θυμήθηκα το παρακάτω κομμάτι που με συντρόφευε σε πάρα πολλές διαδρομές με τρένο από το σπίτι μου προς στο κέντρο του Λονδίνου. Η διαδρομή αυτή διαρκούσε γύρω στα 20-25 λεπτά και είχα φτιάξει μια 40λεπτη κασέτα (νομίζω ήταν των 46 λεπτών) μόνο με το συγκεκριμένο κομμάτι και από τις δύο πλευρές.
Προσπαθήστε να φανταστείτε … η κασέτα έπαιζε στη διαπασών (από walkman) με το που ξεκινούσε το τρένο…

Σ’ ευχαριστώ Μαρία Ν που μου το θύμησες!

Απολαύστε … και καλές γιορτές σε όλους


Κυριακή, 20 Απριλίου 2008

Καταλαβαίνω μικρή μου, καταλαβαίνω...

Από τότε που μου ζήτησε αυτή η μικρή νεράιδα την καρδιά μου κι έφερε την άνοιξη στα χείλη, κατάλαβα πως οι πάγοι της ψυχής έχουν λόγους ύπαρξης… όχι για να χαμογελούμε στο εκπεσμό μας ή για να λατρεύουμε το σκοτάδι (προκαλώντας κατά πολλούς, θεούς και δαίμονες), αλλά για να φλερτάρουμε με το ανεκπλήρωτο, να αποδίδουμε τα μέγιστα και να απολαμβάνουμε κάθε ευτελές ως να ήταν η τελευταία της ζωής μας ανασαιμιά, μόνο και μόνο γιατί μας δόθηκε. Κι από τότε έπαψα να χλευάζω τα παραμύθια γιατί ήταν σαν να περιγελούσα την ίδια την αλήθεια που μου καταθέτανε τις νύχτες γύρω από το τζάκι όλοι αυτοί που πίστεψαν στον άνθρωπο, μέρος της οποίας και μάρτυράς της είμαι και εγώ…
Απόψε στ’ όνειρό μου θα ευχηθώ να φυτρώσει μέσα μου μια νέα καρδιά, γιομάτη αρώματα από αγριολούλουδα και κελαϊδίσματα πουλιών… να σου την δωρίσω όταν περαστική πάλι κοντοσταθείς στο κατώφλι μου.

Τρίτη, 8 Απριλίου 2008

Evanescence: Anywhere

- αφιερωμένο -



Dear my love, haven't you wanted to be with me
And dear my love, haven't you longed to be free
I can't keep pretending that I don't even know you
And at sweet night, you are my own
Take my hand

We're leaving here tonight
There's no need to tell anyone
They'd only hold us down
So by the morning light
We'll be halfway to anywhere
Where love is more than just your name

I have dreamt of a place for you and I
No one know who we are there
All I want is to give my life only to you
I've dreamt so long I cannot dream anymore
Let's run away, I'll take you there

Forget this life
Come with me
Don't look back you're safe now
Unlock your heart
Drop your guard
No one's left to stop you

Forget this life
Come with me
Don't look back you're safe now
Unlock your heart
Drop your guard
No one's left to stop you now

Σάββατο, 5 Απριλίου 2008

What have I done!


Άγρια κύματα, αντάρτες στο μυαλό μου
κάθε πτυχή απ' το αφόρετο παλτό μου
Έρημος βράχος, της ζωής μου τα κομμάτια
Άνιση μάχη, το σκοτάδι μεσ' τα μάτια

{Μαρία Νικολάου - Λάκης Θλιμμένος}

Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2008

Φερετροποιείο "Η Ανάμνηση"

Αυτός ο χειμώνας είναι εξαιρετικά βαρύς. Το ψύχος απόψε είναι αφόρητο και θα πρέπει να ρίξω και τα τελευταία εναπομείναντα ξύλα στο τζάκι της απελπισίας, να ζεστάνω το παγωμένο περιβάλλον του σπιτιού μου. Βλέπεις, των ποιητών τα σπίτια κατασκευάζονται πάντα απλόχωρα για να στεγάζουν πολλές ψυχές. Ζεσταίνονται με την παρουσία τους και μόνο. Μα σαν αποχωρούν, δεν μένει τίποτε άλλο παρά η κρύα πέτρα.

Αχρείαστα τα έπιπλα, κάηκαν πρώτα. Καρέκλες, τραπέζια, κρεβάτια, παραδόθηκαν στην πυρά, από τις αρχές του χειμώνα, εις ζέσει της φιλήδονης σάρκας. Ακολούθησαν οι πόρτες και τα παράθυρα. Ο κενός χώρος συμπληρωνόταν από τούβλα. Στην συνέχεια θυσιάστηκαν όλα μου τα γραπτά και όταν τελείωσαν κι αυτά, καταπιάστηκα με τα γραπτά των άλλων. Δεν απόμεινε τίποτα πλέον προς καύση, παρά μόνο δύο κορνίζες, απομεινάρια μιας αλλοτινής ύπαρξης, βραβείων μεγίστων πλαίσια.

Απόψε λοιπόν, θέλοντας και μη, έκαψα την κορνίζα από το πρώτο μου βραβείο. ΒΡΑΒΕΙΟ ΗΘΙΚΗΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΨΥΧΙΑΣ απονέμεται στον … κ.τ.λ. κ.τ.λ. Βραβείο που κέρδισα με κόπους ζωής έγινε σε λίγα λεπτά η απεγνωσμένη μου προσπάθεια να ζεστάνω λίγο τον χώρο. Και με μεγάλη μου έκπληξη διαπίστωσα ότι αυτό το λιγοστό ξυλαράκι καρυδιάς μαζί με το φύλλο χαρτιού ήταν αρκετά για να με κρατήσουν εντός ορίων έως το πρωί. Τελικά είχε δίκαιο αυτός ο πωλητής την ημέρα της ταρίχευσης της ηθικής μου.

Ήταν την επομένη της απονομής, όταν γεμάτος χαρά έψαχνα μια όμορφη κορνίζα για το νεοαποκτηθέν βραβείο μου. Το βλέμμα μου έπεσε πάνω σε μια κατ’ αλλά απλή μα συνάμα εντυπωσιακή κορνίζα από ξύλο καρυδιάς. Ήξερα από την πρώτη στιγμή ότι δεν θα ταίριαζε τίποτα, μα τίποτα άλλο, στο βραβείο μου. Χωρίς να το καλοσκεφτώ μπήκα μέσα στο κατάστημα και βγάζοντας με περηφάνια το βραβείο μου ζήτησα από τον μαυροντυμένο πωλητή την συγκεκριμένη κορνίζα της βιτρίνας. «Εξαιρετική η επιλογή σας κύριε» μου αποκρίθηκε αρχίζοντας να μου καταμετρά τα πλεονεκτήματα της συγκεκριμένης κορνίζας. «Άλλο με απασχολεί …» τον προλαβαίνω προτού ολοκληρώσει την μάλλον στερεότυπη παρουσίαση του. «Ξέρετε, αναρωτιέμαι εάν θα μπορούσατε, τα ξωτικά…». «Μα φυσικά κύριε, εδώ είμαστε οι καλύτεροι του είδους» με προλαβαίνει πριν ολοκληρώσω την πρότασή μου. Πείρε το βραβείο από τα χέρια μου και αφού μου έδειξε μία πολυθρόνα να καθίσω, φώναξε με ένα νεύμα κάποιον νεαρό πίσω από ένα πάγκο που του παρέδωσε το βραβείο. Μου πρόσφερε αναψυκτικό και έπειτα από μια πολύ ευγενική συγνώμη προχώρησε με σταθερό βήμα προς εξυπηρέτηση μίας πελάτισσας που μόλις είχε εισέλθει στο κατάστημα ακολουθούμενη από καμιά εικοσαριά άνδρες. «Αναζητώ ένα κατάλληλο κουτί να παραχώσω τούτους εδώ διότι νυμφεύομαι την επόμενη εβδομάδα» του λέει η πελάτισσα και εκείνος άρχισε αμέσως να της δείχνει διάφορα κουτιά κάνοντας σχετική παρουσίαση των χαρακτηριστικών τους. Μετά από λίγο, ο νεαρός του καταστήματος έρχεται με το βραβείο μου έτοιμο κορνιζαρισμένο. «Υπέροχο!» αναφώνησα, «και τα ξωτικά;» ρώτησα. «Μην ανησυχείτε κύριε, έχουν όλα τακτοποιηθεί. Κανένας πελάτης μας δεν έχει διαμαρτυρηθεί ποτέ για την ποιότητα των υπηρεσιών μας». Βάδισα προς το ταμείο, πλήρωσα και αφού χαιρέτησα βγήκα από το κατάστημα με το κορνιζωμένο μου βραβείο στο χέρι μέσα σε μία χάρτινη σακούλα. Ασυναίσθητα γύρισα πίσω και κοίταξα την επιγραφή του καταστήματος. ΦΕΡΕΤΡΟΠΟΙΕΙΟ «Η Ανάμνηση». Μα βέβαια, σκέφτηκα, γι’ αυτό δεν έχει διαμαρτυρηθεί ποτέ κανένας πελάτης. Πάλι κορόιδο πιάστηκα! Τσάμπα τα λεφτά που έδωσα στα κοράκια! Η αλήθεια πάντως ήταν ότι τα ξωτικά μου έπαψαν να με ακολουθούν και τότε σκέφτηκα ότι μέσα στο κατάστημα δεν είχα δει ούτε ένα φέρετρο. Μόνο κορνίζες, κουτιά, μπαούλα, ντουλάπες και άλλα σχετικά αντικείμενα. Η κατασκευή πάντως αποδείχθηκε πολύ καλή, τόσο που όταν απέκτησα και το δεύτερο βραβείο μου πάλι εκεί το κορνίζωσα.

Βέβαια μόλις ξεπήδησαν οι πρώτες φλόγες από το βραβείο μου, έκαναν την εμφάνιση τους πάλι τα ξωτικά μου. Χοροπήδαγαν σαν τρελά γύρω από τις φλόγες απολαμβάνοντας κι αυτά την ζεστασιά της χαμένης ηθικής. Πολύ λίγη σημασία μου έδωσαν παρόλο που εγώ ήμουν η αιτία αυτής της πολύχρονης φυλάκισης τους. Μα και εγώ δεν προσπάθησα να τα διώξω αυτή τη φορά. Έτσι κι αλλιώς πάντα ξαναγυρνούσαν. Το μόνο που σκέφτηκα ήταν ότι τώρα θα έπρεπε να μοιράζομαι την φλόγα της απελπισίας με αυτές τις βρωμερές υπάρξεις του παρελθόντος.

Ξημερώνοντας, το τζάκι της απελπισίας είχε σβήσει και σερνάμενος από τα ξωτικά μου ξάπλωσα στην αυλή του σπιτιού να μαζέψω ήλιο για το βράδυ που θα ερχόταν. Το βράδυ, σκέφτηκα, όταν δεν θα αντέχω πια το κρύο, θα κάψω το δεύτερο και τελευταίο μου βραβείο. ΒΡΑΒΕΙΟ ΖΩΗΣ. Μου απονεμήθει όταν κατάφερα να περάσω το ποτάμι της λήθης. Είμαι σίγουρος ότι κι αυτό θα μου κρατήσει μέχρι το επόμενο πρωί. Θα βρεθώ και πάλι με εκείνους που δεν πρόφτασαν. Βανέσσα, Μάικ, Ροντ, Άγνωστη ετών 22, Αλφ, Μορίν, Λοραίν, Άγνωστη ετών 21 και μισό, Τζον. Το μόνο άσχημο είναι που δεν θα έχω πουθενά να τις βάλω να καθήσουν τόσες ψυχές. Είναι ατέλειωτος ετούτος ο χειμώνας.

Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2008

Scorpions: Is there anybody there

- αφιερωμένο σε εκείνη που εορτάζει σήμερα την γεννέθλια ημέρα της -



Music : Rudolf Schenker
Lyrics: Klaus Meine & Herman Rarebell


Open my mind let me find new vibrations
Tell me the way I must take to reach my destination
and a place where I can stay
Where is the love of my life couldn't find her
Show me the way to fly back to myself 'cause I'm nowhere
in the darkness of these days

Is there anybody there who feels the vibration
who shows me the way to my love
Is there anybody there with that inclination
to bring back the sun to my heart

I find myself in a state of confusion
Life's like a pantomime trick or a laser illusion
Where's a place that I can stay
Save me don't let me get lost in the ocean
I need your help everyday to control my emotions
in the darkness of these days

Is there anybody there who feels the vibration
who shows me the way to my love
Is there anybody there with that inclination
to bring back the sun to my heart

Is there anybody there who feels the vibration
who shows me the way to my love
Is there anybody there with that inclination
to bring back the sun to my heart

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2008

Συμφωνίες κυρίων


Καθώς εσείς θα συντάσσετε
τα συμφωνητικά της αναίρεσης μου…
Εγώ θα γδέρνομαι μπροστά σας
θα κοκκινίζω τους τοίχους
των σπιτιών της γειτονιάς σας
και θα κρεμιέμαι στους φανοστάτες
καθ’ οδό απ’ τη δουλειά σας

Θα κοιταζόσαστε κατάματα
και θα ορκιζόσαστε πως δεν υπήρξα
πως δεν πέρασα τάχα απ’ τη ζωή σας
πως δεν σας την σημάδεψα
και δεν μου την σημαδέψατε

Μα εγώ, προς πείσμα του αιώνιου ιδανικού…
Σ’ έρημη ράχη, θα ανθίζω αγριολούλουδο
που τόσο θα ποθείτε και πάλι να γευτείτε
Μοναχικό αγέρι θα ‘μαι
μιας αλληνής αναπνοής που πάντα θα σας λείπει
Σα κύμα θα δροσίζω
μια ξεχασμένη ακρογιαλιά που δε θα επισκεφθείτε

Αστέρι που δεν έλαμψε…
να ζω εγώ χωρίς εσάς
κι εσείς χωρίς εμένα
Το μαύρο να κρατήσουμε
που μας διατηρεί

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2008

Κάτι να αλλάξω


Απόψε λέω να μετρήσω τις ανοιχτές πληγές μου
Απόψε λέω να με μάθω απ’ την αρχή
Απόψε λέω να ανοίξω τα πανιά μου
για μια καινούργια ανατολή
Απόψε λέω να κλειστώ για λίγο στο όνειρό μου
και να χαμογελάσω σαν μικρό παιδί
Απόψε θα σκεφτώ αν πρέπει να ακούσω
αν πρέπει να μιλήσω
να σηκωθώ ή να καθήσω
να φύγω ή απλά να αποτραβηχθώ

Απόψε θα γίνω ο πιο αστείος ουρανός
με σύννεφα που στέλνουνε χρυσή βροχή

Το αξίζω θα ‘λεγα απόψε
για αλλαγή να φτιάσω…
μια χρυσαφένια λάσπη
μέσα της να κυλιστώ

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2008

Τα Λυκοπρόβατα


Θέλω να σας πω μια ιστορία
για κάποια λυκοπρόβατα που ξέρω
Δεν θα 'μπαινα σ' αυτή τη φασαρία
αν δίδαγμα δεν ήθελα να φέρω

Τα πράσινα ανθρωπάκια αναβοσβήνουν
και πρόβατα ξεχύνονται στους δρόμους
λύκων προβιές φορούν στους ώμους
ένα με το κορμί τους για να γίνουν
λύκων προβιές φορούν στους ώμους
κι όλο βελάζοντας γρυλίζουν

Στέκουν στην ουρά μπρος το ταμείο
τον φόρο του κακού για να πληρώσουν
τώρα μπορούν τα πάντα να σκοτώσουν
νομίζουν πως "την έκαναν λαχείο"
τώρα μπορούν τα πάντα να σκοτώσουν
εγίναν νομικώς το άγριο θηρίο

Βγαίνουνε τις νύχτες με καμάρι
και κρύβονται στις σκοτεινές γωνίες
των άλλων προβάτων τις ζωές
ν΄αρπάξουν με του λύκου το τομάρι
των άλλων προβάτων τις ζωές
να πάρουνε στης νύχτας το σαφάρι

Κι ύστερα, στις στάνες τους γυρίζουν
"τα κέρδη της ημέρας" να μετρήσουν
ψεύτικα τα θύματά τους να θρηνήσουν
αφού των λύκων τις προβιές αφήσουν
ψεύτικα τα θύματά τους να θρηνήσουν
τους φόνους στο βοσκό θε να τους ρίχνουν

Όλη τη μέρα την περνούν βοσκώντας
βελάζοντας μ' αγνότητα και πάθος
όμως τις νύχτες βγαίνουνε με θάρρος
τα άλλα πρόβατα να φάνε αναμασώντας
ώσπου ένας λύκος θα 'ρθει απ' το δάσος
και τις ζωές του θα πάρει αυτός γελώντας

Η ιστορία μου έχει τελειώσει
γι' αυτά τα λυκοπρόβατα που ξέρω
αναρωτιέμαι αν κάποιος έχει νιώσει
το νόημα σ' όλα αυτά που τόση ώρα λέω

{29 Δεκ 1986}

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2008

Ακούω την αγάπη

- αφιερωμένο -



Ακούω τις θάλασσες και τα ποτάμια σου
Ακούω το γέλιο σου ακούω το κλάμα σου

Τις μελωδίες που γεννιούνται στα σπλάχνα σου
Τις πολιτείες και τους ανθρώπους
που ταξιδεύουν κάτω απ' το δέρμα σου
Ακούω την αλήθεια σου κι' ακούω το ψέμα
Και μια μικρή ζεστή αγωνία μου γλυκαίνει το αίμα

Ακούω την Αγάπη
Ακούω την Αγάπη
Ακούω την Αγάπη
και δεν ακούω τις σκέψεις μου

Ακούω τους ήλιους και τους πλανήτες σου
Ακούω τις χαρές σου ακούω τις λύπες σου

Τις αρμονίες που γεμίζουν τις νύχτες σου
Τους εραστές και τους τρελούς
που ξενυχτάν κάτω απ' το δέρμα σου
Ακούω την αλήθεια σου κι' ακούω το ψέμα
Και μια μικρή ζεστή αγωνία μου γλυκαίνει το αίμα

Ακούω την Αγάπη
Ακούω την Αγάπη
Ακούω την Αγάπη
και δεν ακούω τις σκέψεις μου

Ακούω την Αγάπη
Ακούω την Αγάπη
Ακούω την Αγάπη
...
Ακούω την Αγάπη

{Τρύπες / Γ. Αγγελάκας}

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2008

Πορείες

{εμπνευσμένο από ανάρτηση της Μαρίας Ν στο blog I Sign the Rain}

Μοιραίες οι πορείες μας
προκαθορισμένες...
με την πρώτη αναπνοή
τον πρώτο χτύπο της καρδιάς
το πρώτο δάκρυ
την πρώτη φλόγα έρωτα
Μοναδική επιλογή...
ο τρόπος καταμέτρησης
Με βήματα απ' την αρχή
ή βήματα προς το τέλος

Παρασκευή, 29 Φεβρουαρίου 2008

Άσπρο

Όσο κι εάν προσπάθησα
να σταθώ στην άσπρη πλευρά
των πραγμάτων...
δεν μπόρεσα...

Ότι άσπρο κυκλοφορεί
μοιάζει με αφρός μανιασμένων κυμάτων,
οργή...
θυμός...
γι' αυτό που είμαι συμμέτοχος

ή άσπρο της λήθης
αυτό που κυλάς στις φλέβες σου
για να επαναπροσδιορίζεσαι
και να ξεφεύγεις,
να σε μικραίνει στη ψυχή
και να σε γερνά στο σώμα,
μήπως με κλειστά μάτια
αντικρίσεις περισσότερο φως

{αρχική παρουσίαση, ως σχόλιο στο blog Dark Virtual Poetry}

Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2008

Επαναστάτης


Μάτια που να 'βρω να κοιτάξω πίσω
μα κι αν το βλέμμα μου γυρίσω
τα ιδανικά μου πως ν' αφήσω!
Ίσως τα μάτια μου πρέπει να κλείσω!

Πείρα ένα δρόμο που δεν έχει ιστορία
Είναι αυτή που έχω ιδιορρυθμία
στο τέλος βρίσκει κανείς ιδιοφυία
ή θύμα γίνεται για μια ψυχολογία

Τέτοιο σα θέλω μπορώ να δώσω τέλος
του έρωτα μου όπως σάπισε το βέλος
περιθωριακό που έγινα της κοινωνίας μέλος
παρόμοιο ένιωσα και ίσως να νιώσω δέος

Φτιάχνουνε όνειρα, τα όνειρα να θάψουν
σβήνουν φωτιές, άλλες φωτιές ν' ανάψουν
τα χέρια τους τα ίδια, μια μέρα θα τα κάψουν
την ανθρωπότητα στο αίμα θα την βάψουν

Ώρα για μένα και πάλι να φωνάξω
του σκοταδιού τα άδυτα θα ψάξω
τον εαυτό μου στον καθρέφτη θα κοιτάξω
τη νέκρα γύρω μου για λίγο να ταράξω

(08 Δεκ 1989)

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2008

Μάτια του ανέμου

Η παρούσα ανάρτηση γίνεται μετά από σχετική παράκληση της Μαρίας Ρ .
Παρακαλώ συγχωρήστε το νεανικό της γραφής.
Λοιπόν Μαρία... για τα μάτια σου μόνο!


Πως πέρασε ο μήνας δεν θυμάμαι
μονάχος στο κρεβάτι μου κοιμάμαι
η μοναξιά με κάνει να ξεχνάω
στα περασμένα πια δεν σταματάω

Ξεκίνησα για μάχη δειλά και μπερδεμένος
Ξέφυγα από τα δόντια τους μισοπεθαμένος
Eκείνον που με ξύπνησε πάλι αντρειωμένο
τον έχω ολοκληρωτικά καταστρεμένο

Σηκώθηκα και κοίταξα τον κόσμο που γελάει
και μεσ' το κρύο φώναξα αν κάποιος μ' αγαπάει
Τα χρόνια μου δεν έφτιαξαν τον κόσμο που ζητάω
Παιδάκι έμεινα κι όμως στο σώμα μου γερνάω

Αγάπησα, με πόνεσαν, μα τους αγάπησα ξανά
Με έριξαν, σηκώθηκα και μ' έριξαν για άλλη μια φορά
Τρελάθηκα, βαρέθηκα να τρέχω από μπροστά τους
Να ξεψυχήσω θα 'θελα τώρα ανάμεσα τους

Μην περιμένεις την φωτιά, φίλε εαυτέ μου
τα μάτια της κοιτάνε μονάχα μάτια του ανέμου

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2008

Δεν έχω δύναμη


Δεν έχω δύναμη παρά την τρέλα
να λέω για λάθη που δεν πειράζουνε κανένα
να ακούω λόγια που δεν λέγονται από στόμα
να νιώθω υπάρξεις που δεν κλείνονται σε σώμα

Και βλέπω κόσμους απ’ τον κύκλο να ξεχνιούνται
για κάποια κύτταρα κάπου αλλού για να γεννιούνται
Δεν έχω δύναμη παρά αυτήν της τρέλας
να ξέρω πράγματα που δεν έμαθε κανένας

{4 Μαΐ 1989}

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2008


Εσείς θα μιλάτε για Έρωτα

κι εγώ για Θάνατο

Κάπου διάβασα ότι

και τα δυο

το ίδιο ψύχος φέρνουν

μετά απ’ το πέρασμά τους


{κάθε σχέση με την ανάρτηση της Μαρίας Ρ είναι εντελώς συμπτωματική}

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2008

Ώρα για ύπνο


Το κηροπήγιο κατάπιε το κερί
σα χούφτα που φυλάκισε
ψηλόλιγνο κορμί
(της μοναξιάς εργάτη
συνάδελφο της λύπης)
που αρνείται να πετάξει

Βουβάθηκε η αναμονή
κι αξία πια δεν έχει
Ούτε κι η νύχτα μ’ ομιλεί
και δεν με συναρπάζει

Ανούσια ξοδεύτηκα ...
για όλα και για τίποτα
επέρασε η ώρα

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2008

Ψυχή μου


{για το Αερικό, που προσπαθεί να με ξυπνήσει}

Αέρινη ψυχή μου
να σε ξυπνήσω, πως!
όταν το αύριο
εφημερεύει συνεχώς
όμως σε άλλη πόλη

Ψυχούλα μου,
στο παρελθόν θα βυθιστώ
και ένα μαύρο αύριο
για σε θα ονειρευτώ
με νύχτα να σε ντύσω όλη

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2008

Χίλια Κομμάτια


Εάν αγκάλιαζα μια βόμβα

δυο δευτερόλεπτα πριν «σκάσει»,

όλα τα κομμάτια μου μαζί

(στον αέρα όπως θα σκορπούσα),

αναρωτιέμαι εάν θα ήταν

να σε κερδίσω, αρκετά

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2008

Σε θέλω σκέτη


θέλω να σε πιω σκέτη

δίχως σκουλαρίκια
τρύπες στα αυτιά ή στη μύτη

αχτένιστη άγρια φύση

με τις ρυτίδες να ομολογούν
τιμή απ’ τις αλήθειες σου

αυθεντική
φεγγάρι σε άναστρο ουρανό

σιχαίνομαι το κραγιόν στα χείλη
μ’ ανάβει το κόκκινο των ματιών σου

«ψυχή μου» σε θέλω σκέτη
όπως πίνω το ουίσκι
να καίγομαι και να μην ξεδιψώ