Σάββατο, 28 Ιουνίου 2008

Ανάποδη στροφή

Όλα τα όνειρα, γεννιούνται τα απογεύματα, μεγαλώνουν την νύχτα κι έπειτα σβήνουν την αυγή αφήνοντας ένα γλυκό χαμόγελο στα χείλη της επόμενης μέρας.
Τα δικά μου, φροντίζω πάντα να τα σκοτώνω κατά την σύλληψη, προτού γεννηθούν... να μένει η νύχτα μου αγέλαστη, αμόλυντη, σιωπηρή και ευωδιαστή, σαν θερινή ψιχάλα...



Όλα έτσι έπρεπε να γίνουν..

Η πλατιά λεωφόρος για ανέμελη εκδρομή
Τ’ ανοιχτό αμάξι να ρολάρει ρελαντί
Η γλυκιά ευωδιά από πρωινή βροχή
Η αόρατη ελπίδα για μία άλλη ανατολή

Η τρελή του φαντασία για μια νέα ηδονή
Ο μεγάλος κυβισμός στη μηχανή
Η ανάγκη για ελεύθερη ψυχή
Η γκαζιά μέχρι το τέρμα να κοπεί η αναπνοή

Η ταχύτητα που φέρνει καθεμία αλλαγή
Η απόδραση απ’ τη συμβατική ζωή
Η αιώνια απάτη για αγάπη δυνατή

Όλα έτσι έπρεπε να γίνουν
Όμορφα, καταδικασμένα από την αρχή
σαν πορεία σε ανάποδη στροφή

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2008

Άνοιξη

{εμπνευσμένο από ανάρτηση της Μαρίας Ρ}

Δεν θέλει ιδιαίτερη προσπάθεια
ο ερχομός της άνοιξης

ένα ξυράφι…
ένα μαχαίρι…
ένα πιστόλι…
ένα σχοινί και ένα δέντρο…
αρκούν

μια ηλιόλουστη μέρα
ένα παγωμένο φωτογραφίας γέλιο
κι ένα συρτάρι αναμνήσεις

Βλέπεις μικρή μου…
δεν θέλει πολλά ο ουρανός να κατεβεί

Α! Ναι! κι ένας κρυφός έρωτας
Μα από αυτούς έχουμε φτιάξει μπόλικους
Έτσι δεν είναι μικρή μου;

Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2008

Ανάμνηση

{εμπνευσμένο από ανάρτηση του Δ Δικαίου}


Αφήσαμε βροχές αγαπημένες να μας προσπεράσουν
μη τάχα λιώσουμε στις καυστικές σταγόνες τους
που τόσο επιθυμούσαμε

Αφήσαμε νέφη άλλων ουρανών μέλι να στάξουν πάνω μας
μα δηλητήριο απόμεινε και μια πικρία αφήνει κάθε γλύκα
Πόσο είχαμε συμβιβαστεί!

Και τώρα τι μας μένει;

Δυο στίχοι, δύο δάκρυα, μια νύχτα μοναξιά
απόνερα σε βόρβορο, λυμάτων δυσωδία

Εκείνο που δεν τόλμησε τότες η ψυχή
Ανάμνηση για μια αναπνοή
που πάντα θα 'ναι ικανή
έως τα ξημερώματα να μας διατηρεί

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2008

Ανώμαλη προσγείωση


Η ώρα είναι τρεις…

Απόψε νιώθω ατελείωτα ρομαντικός
Θες να ‘ναι το μικρό της ώρας;
Θες να ‘ναι το παράνομο αλκοόλ;
Θες να ‘ναι ‘κείνο το τραπεζάκι κάτω από το θολό φως;
Θες να ‘ναι ο φίλος που μιλούσε με την ψυχή του;

Ότι και να ‘ναι, απόψε νιώθω ατελείωτα ρομαντικός
Κάτι που έχει χρόνια να χτυπήσει την πόρτα μου

Θα μπορούσα να ζωγραφίσω με τα πιο απίθανα χρώματα
Θα μπορούσα να ταιριάξω τις πιο ανείπωτες λέξεις
Θα μπορούσα να δημιουργήσω τις πιο σαγηνευτικές μελωδίες
Θα μπορούσα να περάσω τις πιο άγριες θάλασσες
Θα μπορούσα να ταξιδέψω στους πιο μακρινούς πλανήτες

Μα κάτι λείπει...

Μου λείπει ένα φεγγάρι
Μου λείπει ένα πλακόστρωτο να ανηφορίσω
Μου λείπει ένα δροσερό αεράκι
Μου λείπει ένα μυρωδάτο κυματάκι
Μου λείπει μια μελαγχολική βροχή
Μου λείπει ένα τρεμουλιαστό φως κεριού
Μου λείπει μία ζέστα από τζάκι
Μου λείπει ένα κελάηδισμα πουλιού
Μου λείπει μια άνοιξη
Μου λείπεις εσύ…

Απόψε θα μπορούσα να ‘μουνα ατελείωτα ρομαντικός
μα ήρθες και μου θύμισες πως πάντα κάτι θα μου λείπει
Καληνύχτα!

Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2008

Θα ήθελα

{εμπνευσμένο από ανάρτηση της Naya}

Θα ήθελα
να έσβηνα τα θέλω της
προτού ανάψουν μέσα της
Προτού τα δει να έρχονται

Θα ήθελα
να μάρανε τα θέλω μου
προτού ανθίσουν μέσα μου
Να χάνονται στους δρόμους
χωρίς ποτέ να με 'βρουν

Ναι, αυτό θα ήθελα
Ν’ άδειαζε η ζωή μας
απ' τα ερωτηματικά

Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2008

Ένα αληθινό παραμύθι

Έκλεισε το τηλέφωνο το ίδιο απογοητευμένος όπως το είχε σηκώσει. Ένιωθε τις αδυναμίες του, τα θέλω του, τα όνειρα του, τις ουτοπίες του να σχηματίζουν μια θηλιά γύρω από το λαιμό του, να του σφίγγουν με πείσμα την καρωτίδα χωρίς όμως να τον πνίγουν, μονάχα να του κόβουν τις αναπνοές. Ένιωθε όλο και μεγαλύτερο το κάθετο της άρνησης. Ένας άσσος. Μαχαίρι στην καρδιά. Ψηφίο που μαρτυρά τις επιλογές του. Το ασυμβίβαστο του. Η μονάδα. Μόνος.

Φόρεσε τα ρούχα που ήθελε να τον χαρακτηρίζουν. Ένα τζίν παντελόνι για την απλότητα του. Ένα άσπρο πουκάμισο με καφέ και κίτρινες ρίγες για τα όνειρα του. Ένα σκούρο θαλασσί σακάκι για τον ρόλο του. Και τα μαύρα του παπούτσια για την ματιά του στο μέλλον. Η πορεία σύντομη. Συνηθισμένη. Καθ’ οδόν, ανίερες υπάρξεις χαιρετούσαν αυτό που νόμιζαν ότι έβλεπαν και αυτό που ήλπιζαν να τους παραδοθεί. Μπήκε στο μπαρ με το γνωστό του βέβαιο βήμα. Πήγε πάλι απόψε για το παραμύθι του.

Οι θεοί της νύχτας δεν άργησαν να κλωτσήσουν την ανέμη. Οι διάφορες άρχισαν να εκδηλώνονται. Φιλάκια, γελάκια, σκουντήματα, τριψίματα. Αηδία. Ένας συνάδελφος μύρισε «ψοφίμι» και κόπιασε στο τραπέζι του. Τα σφηνάκια άδειαζαν το ένα πίσω από το άλλο. Η δική του απογοήτευση δεν άδειαζε με τίποτα. Μέχρι που το βλέμμα του συναντήθηκε με εκείνης. Από μέσα του κούνησε απογοητευτικά το κεφάλι του. Απλά δεν είχε όρεξη για το ίδιο παραμύθι. Μα οι θεοί προβλέπουν πάντα.



Σάλσα!!! Η ψυχή του έγινε ένας απέραντος αναστεναγμός. Πείρε το ποτό και τα τσιγάρα του και αποτραβήχτηκε στο εσωτερικό του καταστήματος, κάτω από τα ηχεία, για να ακούει την μουσική και όχι τα μάταια γέλια τους. Άναψε τσιγάρο, έκλεισε τα μάτια και άφησε τον ρυθμό να τον λικνίζει απαλά στο «είμαι κάπου αλλού». Σε λίγα λεπτά ένιωσε μια ζέστα να τον αγγίζει ανάλαφρα στη μέση. Γύρισε και την αντίκρισε. Εκείνη, του έπιασε την αριστερή παλάμη και τυλίχτηκε πάνω του. Ο ρυθμός της σάλσα οδηγούσε τα βήματα τους. Σαν ασώματα φτερά αφέθηκαν στο πικάντικο στροβίλισμα των ήχων της κιθάρας και των πνευστών. Παρασύρθηκαν κι οι δυο στο «είμαστε κάπου αλλού». Αφέθηκαν σ’ αυτό το χορό χωρίς να ανταλλάξουν λέξη. Μετά από αιώνες, το κομμάτι τελείωσε. Εκείνη, με αργές και απαλές κινήσεις ξετυλίχθηκε από πάνω του σαν πέπλο και χωρίς να τον κοιτάξει απομακρύνθηκε στην παρέα της. Εκείνος, έμεινε εκεί προσπαθώντας να βρει τις κομμένες του ανάσες μέσα στο αλκοόλ, την νικοτίνη και την πλανεύτρα σάλσα που εξακολουθούσε να αντηχεί μέσα στο άφτερο σώμα του.

Στο τέλος της νύχτας, πολύ μετά την αποχώρηση του ιδιοκτήτη, απέρριψε την πρόταση των υπαλλήλων του μπαρ για συνέχεια. Ήταν αυτή η μυστήρια περηφάνια του να φεύγει όπως ερχόταν. Εξάλλου, οι θεοί του είχαν φτιάξει κι απόψε ένα όμορφο παραμύθι… κι ας μην ήταν ικανό να του πάρει την απογοήτευση και να του δώσει πίσω τις χαμένες αναπνοές.

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2008

Θλίψη

{εμπνευσμένο από ανάρτηση της Μαρίας Ν}


Την στρίμωξαν τα κύματα

Την φθείραν οι ανέμοι

Την λάτρεψαν ποιήματα

και έγειρε η έρμη


Απάγκιο βρήκε μια νυχτιά

(που η αρμύρα είχε δωρίσει)

σε μια μονάχη ακρογιαλιά

εκεί για να σαπίσει