Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2008

Σπασμένο Κρύσταλλο


Βουβάθηκε η σκέψη μου και τόσο μ’ αποστρέφει
νερό που χύθηκε και πια δεν επιστρέφει

Σκοτάδι που δεν μπόρεσε λιγάκι να μ’ αγγίξει
σιωπή που δεν κατάφερε στα δάκρυα να με πνίξει

τσιγάρο που μου άφησε στο στόμα μια πικρία
ανάσες που ξοδεύτηκαν δίχως ζωής αιτία

αγέρι δε με δρόσισε κι απέμεινα να καίω
αρμύρα που δε μ' έφκιασε σε θάλασσα να πλέω

Θλιμμένα με κοιτούν απόψε τα αστέρια
Το αύριο... σπασμένο κρύσταλλο στα χέρια

Κυριακή, 20 Ιουλίου 2008

Ελπίδα

{εμπνευσμένο από ανάρτηση της Μαρίας Ρ}

Όλα μου ταίριαζαν απόλυτα…
οι τυφλές αναμνήσεις
οι παντογνώστριες νύχτες
τα παραπονεμένα όνειρα
τα υπεργεμισμένα πατώματα

Όλα, μα όλα τα ένιωθα δικά μου…
Μόνο αυτή η αμμουδιά δεν ήταν πλέον
Ούτε θεούς συνάντησα!
Θάλασσα, μόνο θάλασσα απέραντη...
Α! Ναι! Και μια αλυσίδα με άγκυρα

Ποντισμένος από καιρό να αναμένω
Θυμάμαι είχα λόγους
για την ακινησία τούτη
μα τώρα πια εξέχασα πως να ερμηνεύω

Εύχομαι αυτή μου η αμνησία
ικανή να αποδειχθεί για να με προφυλάξει
απ’ το στερνό μου όνειρο
που λέω να υποκύψω

Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2008

Το Φυλαχτό

Τα δυο αδέρφια ακολουθούσαν το πλήθος που όλο και μεγάλωνε. Κι όσο μεγάλωνε τόσο πιο ανώνυμο γινόταν. Θα πρέπει να περπατούσαν για περισσότερες από 20 ημέρες. Κρυβόταν την μέρα και πορευόταν τη νύχτα. Άγνωστος ο προορισμός για τους περισσότερους, μα ακατανόητα ελπιδοφόρος. Εκτός από τα πρησμένα πόδια, τίποτα δεν θύμιζε ότι επρόκειτο για ανθρώπους.


Ο μεγαλύτερος αδερφός κρατούσε συνεχώς τον μικρότερο από το χέρι προσπαθώντας να διαφυλάξει το τελευταίο στεγανό της ανθρώπινης σχέσης. Δεν ήταν η υπόσχεση που είχε δώσει πάνω στα άψυχα κορμιά των γονιών του, ούτε η υπέρ-προστασία που έδειχνε πάντα για τον μικρό, νοητικά ανάπηρο αδερφό του. Ήταν η ανάγκη να εκπληρώσει κάθε εφηβικό του όνειρο ενάντια σ’ εκείνο τον παράλογο πόλεμο. Να αποδείξει ότι δεν συμμετέχει σ’ αυτή τη διαμάχη για το αυτονόητο κι ότι μπορεί να την υπερβεί. Ήλπιζε…! Το καταραμένο παιδαρέλι ήλπιζε!

Κι όταν η πείνα ή η δίψα τον λύγιζε, έχωνε βαθιά μέσα στην παλάμη του το γυάλινο φυλαχτό που του έδωσε ο μοναδικός εφηβικός του έρωτας και καθώς το έσφιγγε στεκόταν και πάλι ορθός σαν ένα αόρατο ξωτικό να ξεπηδούσε από κείνο το φυλαχτό και του φυσούσε μέσα στις φλέβες του τη ζωή όλου του κόσμου. Κείνος ο ξανθός άγγελος με την αστεία φατσούλα και το μεγάλο χαμόγελο που του έφτιαχνε τα πιο ονειρικά ταξίδια. Αυτό το χαζό φυλαχτό, μια άμορφη μάζα από απροσδιόριστης υπόστασης κρύσταλλο – μάλλον σκέτο γυαλί – που είχε βρει στην ακρογιαλιά και της το δώρισε ως ένδειξη αιώνιας φιλίας. Του το επέστρεψε την ημέρα που με τους γονείς της έφυγαν από την χώρα καθώς τα σύννεφα του πολέμου φαινόταν να εγκυμονούν καταστροφή. «Να μου το φέρεις πίσω…» του είπε και τον φίλησε στα χείλη καθώς ένα διαμάντι άφηνε τα γαλανά της μάτια και χάνονταν στο χώμα.


Κι όταν η πραγματικότητα «γιάτρευε» την παιδική αγνότητα του αδερφού του – συνήθως την αυγή, όταν σταματούσαν την πορεία για ξεκούραση – τον έπαιρνε αγκαλιά και του έβαζε το φυλαχτό της μέσα στην χούφτα του. «Είναι της ξανθιάς νεράιδας» του έλεγε, «να της το δώσεις όταν θα ‘ρθει» και τον ησύχαζε με την ελπίδα ενός καλύτερου αύριο. Και το σούρουπο τον έβρισκε πάντα στην ασφάλεια της αδιάτρητης νοητικής υστέρησης καθώς λίγο πριν ανοίξει τα μάτια του, έπαιρνε το φυλαχτό μέσα από την χούφτα του και το κρέμαγε πάλι στο λαιμό του να δυναμώσει για τη νυχτερινή πορεία προς το ακατανόητα ελπιδοφόρο.

Πάντα έτσι γινόταν, εκτός απ’ εκείνη την μοιραία παραμονή της εκεχειρίας. Ίσως να έφταιγε η βροχή των τελευταίων ημερών σε συνδυασμό με το καλοσχεδιασμένο έργο των βομβών. Το δεύτερο πάτωμα του σπιτιού-καταφύγιο των δύο αδερφών κατάρρευσε από χαρά για την επικείμενη ανακωχή και καταπλάκωσε το μεγαλύτερο από τα δύο αδέρφια πριν προλάβει να πάρει από τη «παιδική» χούφτα το πολύτιμο φυλαχτό. Δύο μέρες αργότερα, ο κυβερνητικός στρατός εντόπισε μέσα στα ερείπια τον μικρότερο να κοιμάται πάνω στα απομεινάρια του διαλυμένου δεύτερου πατώματος, με τη δεξιά του παλάμη κλειδωμένη σε γροθιά.


... ... ...

Ακόμα και μετά από έντεκα ολόκληρα χρόνια, κανένας δεν κατάφερε να ανοίξει αυτή τη «παιδική» χούφτα με το έγκλειστο φυλαχτό.

«Όλη τη νύχτα βαδίζει μηχανικά και αμίλητος σε όλο το θάλαμο, αγαπητή μου. Είναι ακίνδυνος. Ο κ. Καθηγητής θεωρεί ότι είναι κατάλοιπο από το νυχτερινό καραβάνι των προσφύγων του εμφυλίου.» Η νεαρή ξανθιά ψυχίατρος κούνησε με συμπόνια το κεφάλι της, παρατηρώντας μάλλον αδιάφορα άλλη μια περίπτωση ασθενούς που θα έπρεπε πιθανόν να περιθάλψει στην επικείμενη πρώτη της νυχτερινή βάρδια σε αυτό το περιφερειακό ίδρυμα ανιάτων. Ο μικρότερος αδερφός κοιμόταν ήσυχος πάνω στο σιωπηλό κρεβάτι του θαλάμου ενώ σαν αχνό υδατογράφημα ο μεγαλύτερος του κρατούσε τη σφαλιστή παλάμη και του χάιδευε απαλά τα μαλλιά καθώς του ψιθύριζε «... να της το δώσεις όταν θα ‘ρθει».

Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2008

Όμορφα παραμύθια

{εμπνευσμένο από ανάρτηση της Νεράιδας της βροχής}

Όμορφα τα παραμύθια
όμορφα φτιάχνονται
μέσα στο αίμα
στις σκέψεις
στα λόγια
στο βλέμμα
στο άγγιγμα

Όμορφα τα παραμύθια
όμορφα χάνονται
με μια μαχαιριά
μια λογική στιγμή
ένα ψέμα
μια ανθρώπινη ματιά
ένα σπρώξιμο

Όμορφα τα παραμύθια
όμορφα μας στοιχειώνουνε...

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2008

Το Χαμόγελο

Το βλέμμα του είχε κολλήσει με αυθάδικο τρόπο πάνω της. Την κοιτούσε κατευθείαν μέσα στα μάτια, ακόμα μακιγιαρισμένα με τα έντονα χρώματα της θεατρικής παράστασης. Καθισμένος σταυροπόδι εκεί στην δεξιά πλευρά της σκηνής μαζί με τους υπόλοιπους 20 ή 25 ομήρους της ομάδας του. Άλλοι τόσοι στην αριστερή πλευρά της σκηνής. Και μέσα σε αυτούς εκείνη. Οι υπόλοιποι ήταν σαν μην υπήρχαν. Δεν πίστευε στην αποψινή του τύχη που τον είχε φέρει ακριβώς απέναντι και στο ίδιο επίπεδο, λίγα μόλις μέτρα μακριά από τη αιτία κάθε αϋπνίας του. Το πρόσωπο του έλαμπε όπως κάθε βράδυ όταν από τα καθίσματα της πλατείας μαγευόταν από την παρουσία της και ταξίδευε σε κόσμους υπέρτατης ευτυχίας φαντάζοντας να κρατούνται χέρι-χέρι και πότε να περπατούν σε ανθισμένα λιβάδια, πότε να γεύονται το χιόνι σε απάτητες βουνοκορφές, πότε να λούζονται ένα ηλιοβασίλεμα καθισμένοι σε μια παραλία και πότε απλώς να προσπαθούν να μετρήσουν τα άστρα ξαπλωμένοι πάνω στο γρασίδι ενός πάρκου.

Τούτη τη φορά όμως ένα ελαφρό χαμόγελο είχε προστεθεί στο λαμπερό του πρόσωπο. Σαν να περίμενε από στιγμή σε στιγμή να ανταμώσει την ματιά της. Σαν να είχε καταφέρει να ξεπεράσει τον φόβο του και αισθανόταν έτοιμος να της μιλήσει, να της εκμυστηρευτεί τον πόθο του, να την κατακτήσει, να κατακτήσει όλο τον κόσμο. Λες και ξαφνικά να είχε ξεφύγει από τη μιζέρια του και ένιωθε σαν τον ιππότη που επιστρέφει νικητής από την μάχη για να δεχθεί από το βασιλιά το χέρι της πανέμορφης πριγκίπισσας.

Όμως, μέσα στις 5 περίπου ώρες της ομηρίας τους τίποτα από αυτά δεν είχαν συμβεί. Όχι μόνο δεν αντάμωσε την ματιά της αλλά κανένας άλλος επί σκηνής δεν ένιωθε αυτή τη λάμψη και αυτό το χαμόγελο. Ήταν όλοι τους τόσο τρομοκρατημένοι που κι αυτοί με τον τρόπο τους είχαν ήδη δραπετεύσει αφήνοντας μέσα στον πανικό τους το μοναδικό πράγμα που θα έπρεπε να φυγαδεύσουν, το ίδιο τους το σώμα. Σαν να ήταν εντελώς μόνος του εκεί, μόνος σε μια άδεια σκηνή, σε ένα άδειο θέατρο. Όπως οι νύχτες του, να ξαγρυπνά και να ξαναζεί τα ταξίδια που μαγεμένος είχε φτιάξει στην διάρκεια της προηγούμενης παράστασης. Μόνο ένας από τους μασκοφόρους με τα αυτόματα και τις χειροβομβίδες πρόσεξε αυτό το χαμόγελο. Του φάνηκε όμως τόσο έντονα φωτεινό που αμέσως απέστρεψε το βλέμμα του αλλού και φρόντισε να μην ξανακοιτάξει φοβούμενος ότι θα αναγκαζόταν να ρίξει τον οπλισμό του και να βαδίσει με τα χέρια ψηλά προς την κεντρική πόρτα του θεάτρου για να παραδοθεί στους εκατοντάδες αστυνομικούς που είχαν περικυκλώσει το κτίριο.

Όλα έπαψαν να είναι απελπιστικά αργά όταν ένας μασκοφόρος άρχισε να επιλέγει τρία άτομα για εκτέλεση προς παραδειγματισμό που δεν είχαν ακόμη ικανοποιηθεί τα αιτήματα τους. Δύο άντρες και μία γυναίκα, εκείνη, βρέθηκαν χωρίς να το καταλάβουν κάτω από τη σκηνή. Ο άντρας, μόλις συνειδητοποίησε ότι κάτι κακό επρόκειτο να συμβεί στο αντικείμενο του πόθου του, επαναστάτησε. Το βλέμμα του συννέφιασε και έκανε να σηκωθεί από το σανίδι μα η κάνη ενός καλάσνικοφ τον κάρφωσε και πάλι κάτω. Εκείνη είχε παραδοθεί σε υστερία. Παρακαλούσε, έταζε χρήματα, έκλαιγε, έπεφτε στο πλαστικό δάπεδο της πλατείας και ικέτευε μέσα σε φωνές και στριγκλιές.

Όλοι είχαν αναστατωθεί και τα βλέμματα τους δεν ξεκολλούσαν από πάνω της. Δεν ήταν βλέμματα λύπης ή συμπόνιας. Έμοιαζαν περισσότερο με βλέμματα ανακούφισης που δεν ήταν εκείνοι στην θέση της. Αντίθετα ο άντρας δεν την κοιτούσε ούτε την άκουγε πλέον. Είχε σηκώσει τα χέρια και ζήτησε από τον οπλισμένο άνδρα από πάνω του να του μιλήσει. Εκείνος έσκυψε ελαφρώς προς το μέρος του χωρίς να τραβήξει την κάνη από πάνω του. Ακολούθησε ένας σύντομος διάλογος μεταξύ τους. Ο μασκοφόρος έκανε ένα νόημα στους συντρόφους του στην πλατεία και η γυναίκα ελευθερώθηκε. Καθώς με δάκρυα χαράς επέστρεφε στην σκηνή, ο άντρας με σταθερό βήμα κατέβαινε από αυτή. Η λάμψη και το χαμόγελο είχαν επιστρέψει στο πρόσωπο του και το βλέμμα του πάλι ακολουθούσε τα μάτια της. Για μια στιγμή διασταυρώθηκαν. Μύρισε το άρωμα της νοτισμένο από τα δάκρυα, ένιωσε την ζέστα του κορμιού της και ένα σκίρτημα του πάγωσε γλυκά το δέρμα. Έλαμπε ακόμη περισσότερο και χαμογελούσε όλο του το κορμί. Εκείνη, χαμένη μέσα στην απροσδόκητη τύχη, για άλλη μια φορά δεν πρόσεξε τίποτα.


Οι μασκοφόροι ανάγκασαν τους τρεις προς εκτέλεση να γονατίσουν πίσω από την μεγάλη τζαμαρία της κεντρικής εισόδου. Ένας από αυτούς έβγαλε ένα πιστόλι και σημάδεψε τον άντρα στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Ο άντρας εξακολουθούσε να λάμπει και να χαμογελά. Μπρος του οι εκατοντάδες αστυνομικοί δεν πρόσεξαν τίποτα. Κοιτούσαν εκνευρισμένοι τους μασκοφόρους. Σχεδόν ταυτόχρονα με την εκπυρσοκρότηση του πιστολιού άρχισε και η επέμβαση των ειδικών δυνάμεων. Ήταν επιτυχής. Όλοι οι μασκοφόροι σκοτώθηκαν στην επιχείρηση και όλοι οι όμηροι ελευθερώθηκαν. Όλοι οι ζώντες όμηροι. Ούτε ένας από αυτούς δεν χαμογελούσε.