Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009

Πουλημένη Επανάσταση

Εκτός μίας ή δύο εξαιρέσεων, ποτέ μου δεν έχω αναρτήσει εδώ σε πρώτο πρόσωπο. Ποτέ μου δεν ένιωσα πρωταγωνιστής σε αυτό το θέατρο που ονομάζεται «ζωή». Να όμως που σαν απομένεις μονάχος πάνω στη σκηνή όλα αναγκάζεσαι να τα κάνεις σύμφωνα με το πρωτόκολλο.

Πριν 2-3 χρόνια βρήκα την δύναμη να κάνω την επανάσταση μου. Να κοιτάξω στο καθρέφτη και να μην με φτύσω. Ξέθαψα τον εαυτό μου, πείρα τα καθημερινά, έσκισα κάθε ανάμνηση και γύρισα στην αρχή. Κάμποσα χρονάκια πετάχτηκαν στα σκουπίδια αλλά το έκανα με ευχαρίστηση. «Λύτρωση» το ονόμαζα. Ξανάγινα 16 ετών κι άρχισα και πάλι να ζω, γρήγορα για να με προλάβω.

Κι έφτασα στο σήμερα. Και σταμάτησα να δω την πορεία μου. Σας ορκίζομαι ότι γέλασα πολύ. Αλλά πολύ όμως! Μια ολόκληρη επανάσταση, τόσος πόνος και δάκρυ που έσπειρα μόνο και μόνο για να ξανακάνω πάλι τα ίδια ακριβώς λάθη. Να πατήσω πάνω στα ίδια βήματα και να βρεθώ και πάλι στο ίδιο δίλλημα. Βρε να πάρει, να πάρει, ούτε μια στροφή διαφορετική, ούτε μια ευθεία αλλιώτικη.

Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε εκεί μέσα στην αστεία κατάσταση που βρισκόμουνα και μου ήρθε στο μυαλό μια φίλη από τα παλιά. Να της μιλήσω, κάτι να μου πει εις χάρη των περασμένων στιγμών, να ξεμπλοκάρω. Πως να την βρω μετά τόσα χρόνια; Νόμιζα ότι είχα ξεχάσει και το επώνυμο της αλλά το θυμήθηκα αμέσως μόλις μπόρεσα κάπως να συγκεντρωθώ. Ο τηλεφωνικός κατάλογος δεν βοήθησε. Θα κοιτάξω τα γράμματα της είπα, κάπου εκεί θα είναι το τηλέφωνο της. Α, ναι! Τα γράμματα! Οι μοναδικές αναμνήσεις που κράτησα. Τόσες άχρηστες λέξεις! Τα καημένα τα δέντρα που κόπηκαν για το χαρτί που σπαταλήθηκε. Κατά λάθος άρχιζα να διαβάζω το τελευταίο της γράμμα. Ω! πόσο έκλαψα. Ξεριζώθηκε η ψυχή μου με την αλήθεια που αντίκριζα.

«..Με είχες τρομάξει. Είχες κι ίσως έχεις τον θάνατο στη σκέψη σου πάντα... Απ’ όλα εκείνα έμεινε ένας φόβος... Ούτε κι εσύ θα ξαναγράψεις, ούτε θα τηλεφωνήσεις... Άσε να ζήσω τα όνειρα, τις επιθυμίες μου, τους φόβους μου όπως θέλω εγώ... Ο δρόμος που διάλεξα είναι ανθρώπινος και αν και πολύ γήινος βρίσκομαι στα ουράνια και σε παρακαλώ μη με γκρεμίσεις. Κανείς δεν μπορεί να σκοτώνει άλλων καρδιές μόνο επειδή πληγώθηκε η δικιά του. Αντίο...»

Κι αυτά μου τα ‘λεγε ένα 17χρονο! Μα τόσο έξω είχα πέσει! Τόσο τυφλός ήμουνα! Κάπου έχασα τη μπάλα. Κοίτα να δεις τελικά που όλες οι λέξεις δεν ήταν και τόσο άχρηστες. Κοίτα να δεις, σκέφτηκα, που αυτές οι φράσεις ήταν αυτό που χρειαζόταν για να κάνω την υπέρβαση μου. Να κάνω τελικά αυτό που από τότε έπρεπε να κάνω για να ξεφύγω, μια για πάντα. Να πάρω επιτέλους τη σωστή στροφή. Α! βρε Ι.., ακόμα και μετά από τόσα χρόνια, πάλι μόνο εσύ μου άπλωσες το χέρι.

Μερικοί από εσάς μ’ έχετε γνωρίσει μαζί με το σακούλι που με κουβαλά. Ορισμένοι έχετε δει μόνο την μάσκα που με τα χρόνια κατασκεύασα και φοράω για να γίνω αποδεκτός. Όλοι σας όμως έχετε ακούσει από εδώ την μονότονη κραυγή της ψυχής μου.

Πως με αντέχετε τόσο καιρό!!??
Εγώ με βαρέθηκα.
Κουράστηκα.

Ο ρόλος αυτός με γονάτισε και δεν θα βαδίσω άλλο.



Θεέ, εσύ που όλα έχεις κάνει από χώμα και νερό
κάνε κι εμένα λάσπη, να πάψω να ‘μαι άνθρωπος
{Μίλαν Κούντερα}

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2009

Άσπρες Μπλούζες


Γιατί να κρυφτώ στις γωνίες δεν μπορώ;
Είναι που βρίσκεσαι μέσα τους.

Γιατί το γυαλί το πόνο δεν μου διώχνει;
Αδειάσανε οι κύλινδροι.

Γιατί φύγανε οι φίλοι;
Εσύ τους έδιωξες που θαρρούσες πως δε σ’ αξίζανε.

Γιατί η νύχτα δεν μου μιλάει πια;
Ακόμη δεν σκοτείνιασε.

Γιατί δεν μπορώ ν’ ακούσω τη φωνή μου;
Στερέψαν οι αναστεναγμοί.

Μάνα, θα μεγαλώσω;
Ψηλός θα γίνεις γιέ μου σα τη λεύκα και σα το πλάτανο γερός.

Γιατί το δείλι είναι τόσο φωτεινό;
Το αίμα σου καλέ μου, κοκκίνισε τον ήλιο.

Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

Scorpions: China White

μερικές φορές μοιάζει η χαρά να μην έχει δρόμο επιστροφής
πολλά αλλάξανε, καλή μου, γιατί δεσπόζει η κακία παντού

μου είπες πως ψάχνεις για ένα τόπο χωρίς μίση
α, καλή μου, η διαφυγή δεν έχει νόημα κανένα

πόσο χρειάζεται, να γίνει η γη ένα φλεγόμενο άστρο
πόσο χρειάζεται, μέχρι να σταματήσουν τους ανόητους πολέμους τους
πόσο χρειάζεται, μέχρι να καταλάβουμε όλοι μας
ότι πρέπει να γεμίσουμε πάλι τις καρδιές μας με αγάπη

το μόνο μέλλον που μας απομένει είναι το σήμερα
ας μην χάσουμε την ευκαιρία , καλή μου, ενόσω η γη ακόμα γυρίζει

πόσο χρειάζεται, να γίνει η γη μια φλεγόμενη μπάλα
πόσο χρειάζεται, μέχρι να παύσει η ζωή στον πλανήτη
πόσο χρειάζεται, μέχρι να καταλάβουμε όλοι μας
ότι πρέπει να γεμίσουμε πάλι τις καρδιές μας με αγάπη

μόνο εσύ μπορείς
να πολεμήσεις τη κακία μέσα σου
μόνο εσύ μπορείς
όσο πιο πολύ αγάπη σκορπάς, τόσο πιο πολύ βρίσκεις



sometimes it seems the good times, never will return
a lot has changed, babe, 'cause evil rules the world

you said you're looking for a place where there's no hate
Oh, babe, it really makes no sense to escape

how long will it take to make the world a flaming star
how long will it take till they stop their senseless wars
how long will it take till everybody will understand
that we need, That we need to fill our hearts with love again

the only future we've got exists right now
let's take the time, babe, as long as the world is turning 'round

how long will it take to make the earth a fireball
how long will it take till no more life exists at all
how long will it take till everybody will understand
that we need, that we need to fill our hearts with love again

it's up to you
to fight the evil in your mind
it's up to you
the more love you give, the more you'll find
the more love you give, the more you'll find

it's up to you
to fight the evil in your mind
it's up to you
the more love you give, the more you'll find
the more love you give, the more you'll find

yeah, yeah
don't make the world a flaming star
stop, stop all these senseless wars
how long will it take till everybody will understand
that we need, that we need to fill our hearts with love again

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009

Culture: I Tried

Παρακαλώ Σε Θεέ
να διακρίνουν οι άνθρωποι το καλό απ’ το κακό
να αλλάξουν την κακία τους με τον Λόγο Σου

Προσπάθησα, ξανά και ξανά και ξανά
να τους κάνω να καταλάβουν
Προσπάθησα και πάλι προσπάθησα, ξανά και ξανά
αλλά απλά δεν μπορούν

Όση περισσότερη η τιμωρία πάνω τους
τόσο πιο ανόητοι γίνονται
Όσο περισσότερα τα βάσανα πάνω τους
τόσο λιγότερο εκτιμούν τον Κύριο
Και προσπαθώ να τους κάνω να καταλάβουν
μα όσο κι αν προσπαθώ Κύριε
απλά δεν μπορούν

Το ένα τους γελοιοποιεί
Το άλλο τους εξαπατά
Τι να ψάχνουν άραγε
Φτιάξου και ετοιμάσου να συναντήσεις τον Θεό
κι αυτό θα είναι αρκετό

Προσπαθήστε να καταλάβετε τι σημαίνει..



Oh, I pray Jah, people to know good from evil
and turn from their wickedness onto Your word

I tried and I tried and I tried and I tried
to make them understand
I tried and I tried and I tried and I tried
but they just can't understand
I tried and I tried and I tried
to make them understand
I tried and I tried and I tried and I tried
but they just can't understand

The more penalization is up on their back
the more foolish they become(s)
The more victimization is up on their backs
they satisfy Lord for less
But I try, I try
to make them understand
I try
but they just can't understand

The more penalization is up on their back
the more foolish they become(s)
The more victimization is up on their back
they satisfy Lord for less
I try
to make them understand
I try, oh Lord though I try
but they just can't understand

Ah, ah, ah
Oh Jah
Oh people

This one turn them fool
the other one turn them fool
what are they looking for
Fix(ed) up yourself and prepare to meet Jah
and that will satisfy for more

Ah, ah
People try to understand what is like

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

μέσα-έξω στον τεκέ
ψάχνω για τον ναργιλέ
να τραβήξω, να πατήσω
και χασίσι να καπνίσω

να τον έσπασα χθες βράδυ
στην μαστούρα μου την μαύρη;
να τον πέταξα στον δρόμο
μη με πιάσουν που ‘χα φόβο;

τώρα έμεινα χωρίς
ναργιλέ κι ‘ναι νωρίς
τι θα γίνει σα βραδιάσει
και η τρέλα μου με πιάσει;

μάγκας δίχως ναργιλέ
μάγκας μ’ αδειανό τεκέ
τέτοιος μ’ έπιασε νταλκάς
κι έγινα κι εγώ ροκάς

μάγκας έγινα από σπόντα
και ροκάς από ανάγκη
για την πλάκα βγήκαν βόλτα
και μας πήρανε φαλάγγι


μ’ έφερε ο κόσμος τούμπα
μόλις έκανα τη μπούκα
συμβιβάστηκα κι εγώ
δε ρωτώ και δε μιλώ

τι να πω και τι να κάνω;
με τι τώρα θα γουστάρω;
θα γυρίσω στο βελόνι
ηρωίνη με το ζόρι

έτσι την παθαίνουν όλοι
οι μαγκίτες μεσ’ τη πόλη
για μια τζούρα ξεκινάνε
φεύγουνε και δε γυρνάνε

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2009

(Τελική) Προσωπική Αναμέτρηση

μητέρα, ένιωσα πολύ τον πόνο και τη πίκρα
αυτά μονάχα έζησα, τη θλίψη μόνο ξέρω
ποτέ μου δεν τους ζήτησα κι ότι δίνουν παίρνω
ανθρώπους σαν εμένα γύρεψα αλλά δεν βρήκα

πατέρα, θα ‘θελα πολύ σοφός να μεγαλώσω
να έχω φήμη ξακουστή, γεμάτος να γεράσω
μα νιώθω σαν να ήρθα τη ζωή να προσπεράσω
κυλούν τα χρόνια κι εγώ ελπίδες θα παλιώσω

καλέ μου αδερφέ, στεκόσουν δίπλα μου προστάτης
εσέ να φτάσω ήθελα και πέρα να κοιτάξω
φτερούγες άνοιξα στον ουρανό σας να πετάξω
μα δείλιασα στον ύψος σας κι έφυγα αποστάτης

αγάπη μου, δεν ήτανε γραφτό να σ’ αντικρύσω
σε έχασα στη μέθη μου της βραδινής σπατάλης
μου έφευγες το χάραμα στο θάμπος της αιθάλης
μακάρι να γινότανε ξανά να σ’ αγαπήσω

αστείε εαυτέ, μην ψάχνεις κάτι να ταιριάζει
παρασυρθήκαμε οικτρά στον κόσμο μας μονάχοι
ως είμαστε οι μόνοι στην αρένα μονομάχοι
θανατικό ο ένας για τον άλλο ετοιμάζει

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

Αιώνιο Χάος: Η πορεία

κι έτσι λοιπόν θα φτάσουμε
στους τόπους, τόσο που ζητάμε
χρόνους πολλούς που κυνηγάμε
πορεία τέτοια που χαράσσουμε


στο πρώτο καφενείο που θα βρούμε
θα κάτσουμε και πάλι στο πιοτό
όταν πια κέφι φτιάξουμε καλό
σε κλίνες κόκκινες θα στριμωχτούμε

με κείνα τα κορίτσια θα περάσουν
τα όμορφα σαν να ‘ταν μια στιγμή
άγνωστη στάση θα ‘ναι η ζωή
οι πόνοι όλοι θα μας προσπεράσουν

στη νύχτα πίσω, έξω στην αιθάλη
θα μείνουμε για πάντα σιωπηρά
έρωτες που ‘χαμε, μες τη πυρά
ανώφελα θα πεταχτούνε πάλι

οϊμέ!
πολλά τα λάθη μας μα είναι κρίμα
που βράδιασε πριν μας ξημερωθεί
τίποτα δεν θα μας εκπληρωθεί
οι μέρες μας πνιγήκανε στο κύμα

α! τι ωραία! χάθηκε το γέλως
μονάχα η σκιά μας αλυχτά
δούλε της μοίρας κρύψε στη νυχτιά
το όνειρο που δάκρυζα στο τέλος

κι έτσι λοιπόν εφτάσαμε
στους τόπους, τόσο που ζητάμε
χρόνους πολλούς που κυνηγάμε
πορεία τέτοια που χαράσσαμε

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009

μα γιατί..

πρέπει στο κύμα
σε αφρό να ξεψυχά
όταν τόσο μ’ έσυρε
σ’ ονείρου αυταπάτη

τα δέντρα σας κιτρίνισαν
και κρεμασμένα πτώματα
χάσκουν τα άλλοτε κλαδιά τους

οι νύχτες γίναν πνιγερές
και χάσανε την λάμψη

εγώ..

μήτε δυο στίχους δεν μπορώ
να βρω να σας δωρίσω
μήτε αγκαλιά δεν έχω πια
μέσα της να σας κλείσω

τα μάτια μου χαμήλωσαν
και η ψυχή μου σβήνει
που χάνω τη καρδιά σας

πονώ πολύ σαν σας κοιτώ
να γίνεστε ανθρωπάκια

Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2009

Καρδιά που αγάπησε στ’ αλήθεια



Σπατάλησε τον έρωτα σ’ ένα μόνο θάνατο
και πλέον δεν της έμεινε μια στάλα ν’ αγαπήσει
Η μοίρα τόσο ανύποπτα την έχει στιγματίσει
της άφησε αντάλλαγμα τη θλίψη και τον κάματο

Τα χρόνια δεν της έβγαλαν κείνο το πρώτο βέλος
και οι χαρές που προσπερνούν είναι σα μοιρολόι
Της χάραξα δύο γραμμές να μοιάζουν με ρολόι
αντίθετα να την μετρούν, με χτύπους προς το τέλος

Κι όταν κοιτάζει τα λεπτά τον τοίχο να τρυπάνε
νιώθει να την τρυπά η ζωή μ’ ένα καρφί ασημένιο
κι έχει στα χείλη πυρετό και η ψυχή πονάει

Μα έχουνε μείνει δυο λεπτά που τη στιγμή μετράνε
κι αυτό το βλέμμα το υγρό στο χώμα καρφωμένο
να ζήσει ακόμα μια φορά το σώμα αναζητάει


(Λάκης Θλιμμένος - Μαρία Νικολάου)

Κυριακή, 16 Αυγούστου 2009

Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2009

Ρίξτε μου μπάσο


Τον ναργιλέ μου δεν τον θες, το μαύρο μου αρνιέσαι
πες μου λοιπόν για που το πας και άσχημα ξηγιέσαι

Θα φύγεις λες και απειλείς, μα βρες μου τι να κάνω
θα πάρω σβάρνα τα βουνά, μονάχος να φουμάρω

Ρίξε μου μπάσο, ρίξε μου
Τσιγάρο φίνο στρίψε μου

Ο ναργιλές χτυπά βαρύς, στο χάρο σε δικάζει
μ’ ανακουφίζει τη ψυχή και διώχνει το μαράζι

Τζουράρω μαύρο περσικό μ’ αράπικο χαρμάνι
και της καρδιάς πικρό καημό, μαστούρα θα γλυκάνει

Ρίξε μου μπάσο, ρίξε μου
Τσιγάρο φίνο στρίψε μου

Τον ναργιλέ μου που πατώ, το μαύρο που φουμάρω
τα ‘χω για φίλους και γι’ αυτό την κάπνα τους γουστάρω

Ρίξτε μου μπάσο, ρίξτε μου
Τσιγάρο φίνο στρίψτε μου

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2009

Μορφή μελλοθανάτου

Ξεκοιλιασμένες στροφές
στο μάγγανο του πικ-απ
Μουσικές παρεκτροπές
από βελόνες στέρεο για τσεκ-απ

Κόντρες στη χαμένη λεωφόρο
με μηχανή το παρελθόν
σαν έναν άληκτο φόρο
στο εκπρόθεσμο μέλλον

Φλέβες με ηρωίνη μπουχτισμένες
που αντέχουν άλλη μία ηδονή
Όνειρα και ελπίδες παρατημένες
σαν σε έρημο μοναχική φωνή

Έρωτας για κείνη, πλαισιωμένος
με μίσος για τον δικό της κόσμο
Διαμαντένιος ουρανός, αφιερωμένος
στης καρδιάς τον μακρύτερο βυθό

Ανωμάλου αγώνα δρόμος
με τέρμα άκρη γκρεμού
πρώτη φορά θα ‘ναι ο μόνος
νικητής, η μορφή του μελλοθάνατου


{19 Φεβ 1984}

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2009

Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου

Ακίνητος που στέκω, περνούν από μπρος μου αλυσοδεμένες συνειδήσεις, κουρελιασμένες. Επιχειρηματίες μέσα σε Mercedes. Γυμνά πλαδαριασμένα υποδείγματα συζύγων δίπλα σε αγορασμένα νεανικά κορμιά.

Με προσπερνούνε χρώματα και εικόνες, πρόσωπα και μυρωδιές, ξένες και οικείες. Ατέλειωτα λόγια. Πολλές νύχτες, λυτρωτικές και καταδικαστικές. Ελάχιστα πρωινά.

Περνάς κι εσύ όποτε σου ταιριάξει. Με κοιτάς και με θρυμματίζεις κάθε φορά σε άπειρα κομμάτια γυαλιού.

Κι έρχονται μετά αυτά τα ματωμένα παιδικά χεράκια να με ξαναφτιάξουν από την αρχή. Κομμάτι-κομμάτι νιώθω το αίμα τους να με ανασυγκροτεί καθώς ρέει καυτό ανάμεσα στις ρωγμές μου. Και ποτέ μου δεν κατάλαβα εάν εγώ τα μάτωσα ή από πάντα ματωμένα ήταν.

Δεν το αντέχω άλλο. Το ακούς, δεν το αντέχω άλλο να με κοιτάς.

Μια μέρα, σου το λέω, μια μέρα θα βγάλω μάτια και σα περάσεις, κατάματα θα σε κοιτάξω. Να δούμε τον πόνο πως θα τον αντέξεις.. όταν θα σπάσεις, πάλι τον ίδιο που θα σε ξανασυνθέτουνε.

Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2009

Ένας άνθρωπος που έγινε νησί - Πυξ Λαξ


Είμαι ένας άνθρωπος που έγινε νησί
Πρόσωπο αστείο σαν το δικό σου
Ταξιδεύω μαζί σου όπως και συ
και σκέφτομαι με το μυαλό σου

Είμαι ένας άνθρωπος που έγινε νησί
Πληροφορούμαι μαζί με σένα
Ζω μέσα απ τη δικιά σου ζωή
και έχω τα χρόνια μου δεμένα


Ακούμπησα το γυάλινο κόσμο και ξέχασα
Λέω να κρυφτώ αν προλαβαίνω
Δεν ξέρω αλήθεια πόσα έχασα
ούτε τι να περιμένω

Είμαι ένας άνθρωπος που έγινε νησί
Το αίμα μου δείχνω στις ειδήσεις
Πουλάω ένα χρώμα όπως και εσύ
και αγοράζω αναμνήσεις

Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2009

Ανάξιε στιχουργέ




Τους στίχους πέτα τους και πάρε το μαχαίρι
Στροφές αδέσποτες ξερνάς, δεν έχουν ταίρι

Κανείς δε σ’ ένιωσε, αυλαία που έχεις πέσει
Χωρίς αξία είσαι ‘δω, δεν έχεις θέση

Αιθέρα μύρισε στο χάρο να ξυπνήσει
να έρθει μια νυχτιά την πόρτα να χτυπήσει

Άνοιξε, βάλε τον να πιει και μέθυσε κι εσύ
Σκότωσε, άνοιξε φτερά και φύγε απ’ τη ζωή

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2009

Τώρα, δίχως λόγο

να ένιωθα τουλάχιστο τον πόνο
κι όμως τραγουδώ στον ίδιο τόνο
οι προσμονές που έτρεφα κρυφά
οι ίδιες προσμονές ραγίζουν τη καρδιά
μα τώρα, δίχως λόγο

να έπαιρνα τουλάχιστο το δρόμο
κι όμως παραμένω από τρόμο
οι άνθρωποι π’ αγάπησα πολύ
οι ίδιοι άνθρωποι μου καίνε τη ψυχή
μα τώρα, δίχως λόγο

να έκανα τουλάχιστο τον φόνο
κι όμως αναβάλλω γι’ άλλο χρόνο
τα όνειρα που είχα στη ζωή
τα ίδια όνειρα μου φτιάχνει η σιωπή
μα τώρα, δίχως λόγο

να έλεγα τουλάχιστο το ψέμα
κι όμως δεν γυρνά πίσω το αίμα
τη θλίψη που αντίκριζα μικρός
την ίδια θλίψη αντικρίζω μοναχός
μα τώρα, δίχως τέρμα

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2009

Κάλεσμα

Ελάτε ψυχούλες μου, ελάτε
να σας μοιράσω απ’ τη στείρα μου αγάπη
να σας χορτάσω σπόρους υπέροχων ονείρων
στο «θα ‘ταν ίσως» να σας πάω
να κλάψετε για χτες στην αγκαλιά μου

Ελάτε ψυχούλες μου, ελάτε
νεκρές να αναστήσουμε στιγμές
επιθυμιές να εγκυμονώ δικές σας
και νέα αδιέξοδα να φκιάσουμε ανώφελα
τον πόνο σας δικό μου να τον κάνω

Ελάτε ψυχούλες μου, ελάτε
να ποτιστώ με άλλοθι
για τ’ άπρακτα που άφησα
να ζήσω τόσο δα απ’ τη ζωή σας

Ελάτε ψυχούλες μου, ελάτε
να φύγετε όλες σας γιομάτες
με άδειες υποσχέσεις και αυταπάτες
χαρούμενες πως δεν συνέβη κάτι

κι εγώ ψυχούλες μου για σας απόψε
δε θα στολιστώ δένδρων κλαδιά και φύλλα
να μην τρομάξουν τα παιδιά που θα ‘ρθουν το πρωί να παίξουν στο παρκάκι

ΥΓ. Κι έτσι σιγά-σιγά και δειλά στην αρχή, άρχισαν να παρουσιάζονται μπροστά στον Τζακ οι ψυχές που ήταν κρυμμένες εκεί γύρω. Άλλες ξεφύτρωναν μέσα από τα μαξιλάρια της πολυθρόνας, πίσω από την κορνίζα στο τζάκι ή μέσα από το χώμα της γλάστρας με την φασολιά. Άλλες σέρνονταν κάτω από τις χαραμάδες από τις πόρτες και άλλες μέσα από τις ρωγμές στους τοίχους, στο πάτωμα και στο ταβάνι. Και στεκόταν μπροστά του όλο απορία. Και τότε ο Τζακ, έβγαζε την καρδιά του και την έσπαγε σε μικρά κομματάκια και τις τάιζε όλες μία-μία. Κι εκείνες μασουλούσαν με λαχτάρα τα κομμάτια της καρδιάς του και γουργούριζαν σαν ευτυχισμένες γατούλες καθώς ο Τζακ συνήθιζε να χαϊδεύει απαλά τα μαλλάκια τους και να τους σιγοτραγουδά γλυκές μελωδίες. Ώσπου μια βραδιά, όταν ήρθαν οι ψυχές, ο Τζακ δεν είχε πια άλλη καρδιά να σπάσει και να τους μοιράσει. Κι οι ψυχές θυμωμένες αγρίεψαν και χίμηξαν όλες μαζί πάνω του μπήγοντας τα κοφτερά τους δόντια και τα γαμψά τους νύχια μέσα στις αδύναμες σάρκες του. Έκοβαν μεγάλα κομμάτια από το κορμί του και το έφτυναν όλο μίσος κατάχαμα. Μέχρι που δεν του άφησαν τίποτα άλλο απάνω του παρά μόνο τα μάτια. Κι ο άμοιρος ο Τζακ, τρομαγμένος από το αναπάντεχο ετούτο γεγονός, βγήκε τρέχοντας έξω από το σπίτι να βρει λίγη παρηγοριά στο σκοτεινό δάσος. Μα μόλις αντίκρισε τ’ αστέρια της νύχτας γύρω του και το κατάλαμπρο φεγγάρι κατάλαβε πως με τα μάτια μόνο δεν θα μπορούσε πλέον να γευτεί τη ζωή, αφού κι αυτά ούτε μια στάλα δάκρυ δεν θα μπορούσαν να στάξουν έτσι που είχε ξεμείνει χωρίς καρδιά. Και σκύβοντας προς τα κάτω άφησε τα δυο του μάτια να κυλήσουν πάνω στο υγρό χώμα. Και εκείνη την ώρα δυο κοράκια που έτυχε να περνάνε από πάνω του, κάνουν μια γρήγορη βουτιά και «χρααπ» και «χρουπ» αρπάζει καθένα τους από ένα μάτι με το ράμφος και «μπλουκκ» τα κάνουν μια χαψιά. Και με δυνατά φτερουγίσματα χάθηκαν μέσα στο σκοτεινό δάσος κρώζοντας χαρωπά για τον αναπάντεχο μεζέ που τους έτυχε βραδιάτικα. Κι έζησαν αυτά καλά κι εμείς καλύτερα.

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2009

Sail away

Με ένα πανί να ξανοιχτώ
ταξίδι δίχως γυρισμό
Να φύγω απ’ όλα, να χαθώ

Να έχω παρέα πειρατές
Να πίνω ρούμι τις βραδιές
Να νιώσω ανήκουστες φωνές

Σε βράχους απάτητους να βγω
γοργόνες πλάνες να ζητώ
στο σπάραγμα τους να αφεθώ

Να σ’ έχω εντός μου σα πληγή
να μη μου φτάνει η ζωή
και να ‘ναι η θάλασσα μικρή

Στα κύματα να απομετρώ
να μου ‘χουν θάνατο υγρό
Να αργοπεθαίνω στον αφρό

Να βλέπω οράματα παλιά
Να μην ξεχνάω τα φιλιά
πως δήθεν σε έχω αγκαλιά

Να μη μιλώ
Να τιμονεύω μοναχά
απάνω στον καιρό

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009

Light my fire - The Doors



Ψες ξέμεινα να τριγυρνώ άσκοπα στην παραλία. Το βουητό της πόλης είχε προ-πολλού κοιμηθεί. Μόνο το υπόκωφο βογκητό των μηχανών του πλοίου της γραμμής θα μπορούσες ίσως να αφουγκραστείς από μακριά. Ο απογευματινός νοτιάς είχε κοπάσει. Το μόνο που γευόσουν ήταν το ανάλαφρο χάϊδεμα των κυμάτων στην ακρογιαλιά και την ανάσα των πεύκων. Η βραδινή υγρασία την άπλωνε πάνω μου σαν άρωμα.

Προσπάθησα να μετρήσω τα βήματα μου και ούτε που ήξερα πως και γιατί βρέθηκα εδώ. Έμοιαζαν αιώνες πριν όταν ξεκίνησα. Ήταν όμορφα και ήθελα μαζί σου να το μοιραστώ. Ένα τσιγάρο κρέμασα στα χείλη μου. Από ώρα το είχα εκεί σαν να ήταν το τελευταίο μου. Μέσα στην παλάμη μου έπαιζα τον αναπτήρα σου. Εκείνον τον μωβ, αυτόν που με τον δικό μου σου αντάλλαξα. Τώρα συνειδητοποιώ ότι και οι κορδέλες στις κηδείες έχουν χρώμα μωβ.

Για άλλη μια φορά προσπάθησα μάταια να τον ανάψω. Το βίαιο ξύσιμο της πέτρας του ηχούσε παράφωνα μέσα στην μελωδία που έφτιαχνε η θάλασσα. Οι σπίθες του αντιφέγγιζαν ανώφελα μπροστά στο απέραντο φως των αστεριών. Απογοητευμένος έκανα να τον πετάξω στα βράχια παραπέρα μα τελικά τον έχωσα πίσω στην τσέπη μου ελπίζοντας δεν ξέρω κι εγώ τι.

Το τσιγάρο είναι ακόμα κρεμασμένο στα χείλη μου, σβηστό.
Come on baby, light my fire..

ΥΓ. Τελικά τον αναπτήρα σου τον πέταξα στον πρώτο κάδο σκουπιδιών που βρήκα μπροστά μου. Δεν τον χρειάζομαι πλέον για να σε θυμίζει. Σ’ έχω για πάντα μέσα μου.

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

Going Under - Rocker's HiFi



Ψιχαλίτσες παιχνιδίζουν
στο γυαλί του παραθύρου
Στη νύχτα της η πόλη με καλεί
με υποσχέσεις ηδονών και ευτυχίας

Είναι λάθος, τόσο λάθος
μα τ’ αποζητώ
για να δικαιωθώ

Με κατάφερες και πάλι τώρα
να βαδίζω στο πεζοδρόμιο
να μιλώ, να κινούμαι, να κοιτάζω
να στέκω
να βρωμίζω σα σκυλί
να ουρλιάζω

Οι ψιχάλες επιμένουν τώρα
στο πρόσωπο μου σαν σε τσίγκο να ηχούν
Καθεμιά τους με μαρκάρει,
φανερώνει ποιος στ’ αλήθεια είμαι
.. δεν με νοιάζει πλέον..

Με κατάφερες και πάλι τώρα
να βαδίζω για τα μπαρ
Να κοιτάζω μέσα απ’ τα χαμόγελα
Καθένα κι ένας φίλος
Κι όμως ούτε ένας

Κι μου ‘ναι τόσο, μα τόσο δύσκολο
γιατί φτιάχνω όνειρα μύρια μεσ’ τη νύχτα
και μετά ξυπνώ
εκλιπαρώντας η ψυχή να λυτρωθεί
απ’ το κενό
τον ασθμαίνοντα έρωτα
απ’ τη φρενήρη τούτη

Κι είναι τόσο λάθος..

Τώρα που ‘φτασε η μέρα
και οι παρέες τρέχουνε στο σπίτι
(σα να τους έλειψε η μοναξιά),
άσε με έξω να στεγνώσω

Φτιάξε και για μένα μια γραμμή,
ψέματα δεν θα σου πω
«Είναι η απόγνωση που με στέλνει»
και οι ψιχάλες πάνω μου χτυπούνε
Δεν το βλέπεις;
Βουλιάζω.. δίχως γυρισμό
Υποκύπτω.. δίχως γυρισμό.

Ψιχαλίτσες παιχνιδίζουν
στο γυαλί του παραθύρου
Το πρωινό μου γνέφει πίσω στο κρεβάτι
Άκου τι μου λέει:
«Βουλιάζεις.. δίχως γυρισμό»

Κάθε νιφάδα ζωής
μεσ’ τις φλέβες μου που ρέει
μου τσακίζει το μυαλό
«Πάρα πολύ κόκα»

Ψιχαλίτσες παιχνιδίζουν
στο γυαλί του παραθύρου
Στης πόλης τα φώτα η νύχτα με καλεί
για να μου πάρει κάθε δίκιο

Αμέτρητα τα φώτα στην πόλη λάμπουν
Καθένα και μια ηδονή, μια ευχαρίστηση

Είναι λάθος, τόσο λάθος
μα το αποζητώ
Σε ικετεύω.. ας είσαι αληθινή!
Αμφιβολία δεν υπάρχει
Βουλιάζω.. δίχως γυρισμό

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2009

την τελευταία μέρα της άνοιξης

στον πόνο έθρεψες καρδιά
και γιάτρεψες τη θλίψη
στο θρήνο στύλωσες ψυχή
και φύτρωσες ελπίδα

χαμόγελο της άνοιξης..
λόγια δεν βρίσκω αρκετά

σε ζήλεψε της νύχτας η δροσιά,
του απόγεμου το χρώμα
σε φθόνησαν του φεγγαριού τα ξωτικά,
του σκοταδιού οι νότες

χαμόγελο της άνοιξης..
σθένος δεν έχω περισσό

σου κρύβανε, μα ήξερες
λυγίζανε, τους όρθωνες και πάλι
απέλπιδα κοιτάζονταν
και χάιδευες κουράγιο

χαμόγελο της άνοιξης..
δάκρυα δεν βρίσκω αρκετά

κοιμήθηκες χαμόγελο
στην αγκαλιά του μέσα
της άνοιξης
την τελευταία μέρα

κι έφυγες χαμόγελο
όπως μας φεύγει η άνοιξη
την τελευταία μέρα


καλό σου ταξίδι αγαπημένη μου

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2009

Tattoo


Δεν χόρταινε να το θαυμάζει. Για πρώτη του φορά ένα αληθινό τατουάζ. Δεν είχε κλείσει τα δεκαέξι του χρόνια και ανεξίτηλα στιγμάτισε το μπράτσο του με ένα γράμμα του αλφάβητου, Ένα Ε. Σήμαινε τόσα πολλά για εκείνον το γράμμα αυτό. Ένα χρυσοπράσινο φίδι είχε περίτεχνα σχεδιαστεί να είναι σκαρφαλωμένο πάνω στην κάθετη πλευρά του και Ερωτοτροπούσε ναζιάρικα με ένα τοσοδούλικο αγγελάκι, σα να γιόρταζε ένα κερδισμένο παράδεισο.

Ήταν η έβδομη φορά που επισκεπτόταν το εργαστήριο τατουάζ . Έβγαλε από τη πίσω τσέπη του παντελονιού τα χρήματα να πληρώσει τον ομολογουμένως εξαίρετο καλλιτέχνη που ασχολήθηκε τόσες ώρες πάνω στο αμόλυντο, πριν λίγες μέρες, δέρμα του. «Σ’ Εύχομαι να μην χρειαστεί να το σβήσεις!» του είπε με πονηρό βλέμμα. «Τριάντα χρόνια στο επάγγελμα, δεν έχω σκαλίσει τόσο βαθιά άλλο tattoo! Τρελή, πολύ τρελή η απαίτηση σου!!» συνέχισε, κρύβοντας στη χούφτα του τα συμφωνηθέντα αλλά αποφεύγοντας να τον κοιτάξει κατάματα. Εκείνος, χαμογέλασε όλο περηφάνια και αποκρίθηκε με χαμόγελο καθώς έφευγε, «όπως σου είπα… Ένα, για πάντα!» και η τελευταία του λέξη χάθηκε μέσα στο θόρυβο του δρόμου καθώς άνοιξε την πόρτα και απομακρυνόταν.

«Είσαι τρελός, είσαι τρελός..!!» του φώναζε Εκείνη, έκπληκτη καθώς τον αγκάλιαζε και τον φιλούσε παθιασμένα στο λαιμό και στα χείλη. Εκείνος, έπλεε σε πελάγη Ευτυχίας. Ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να της δείξει τον ατελείωτο Έρωτα του με καλύτερο τρόπο. Και τα πειστήρια θα ήταν εκεί, στο μπράτσο του, για πάντα.

Όμως, όπως συμβαίνει σχεδόν με όλους τους νεανικούς έρωτες, οι μέρες της χαράς δεν κράτησαν πολύ. Μετά από λίγους μήνες, σε μια τυχαία τους συνάντηση όλα διαλύθηκαν το ίδιο απλά όπως δημιουργήθηκαν σε εκείνη την σχολική εκδρομή. Οι επόμενες μέρες ήταν σκέτη φρίκη. Εκείνος, έκανε αμέτρητες προσπάθειες να φέρει ξανά τον ήλιο ανάμεσα τους, μα έμοιαζε σα να προσπαθούσε να ξεδιψάσει την έρημο μοναχά με ένα ποτήρι νερό. Στο τέλος εγκατέλειψε, συννέφιασε και διάλεξε την πιο σκοτεινή σπηλιά να φυλακίσει τα όνειρα του. Δύο φορές προσπάθησε να εξαφανιστεί από τον κόσμο των ζωντανών. Δυο φορές με το ζόρι τον έσυραν πίσω. Έπρεπε να ξεχάσει.

Επισκέφθηκε όλους τους καλλιτέχνες τατουάζ. Απελπισία. Όσοι δεν του έλεγαν ότι είναι ικανοί μόνο να φτιάχνουν, με απογοήτευση του αποκάλυπταν ότι το σημάδι στο μπράτσο ήταν πολύ βαθύ για να αφαιρεθεί. Μόνο ένας πλανόδιος έκανε μια προσπάθεια να του βγάλει το αγκάθι που του μάτωνε την καρδιά. Πολύς πόνος και αποτέλεσμα κανένα. Τα χρόνια περνούσαν και το Ε όλο και ψήλωνε μαζί με αυτόν. Και όσο ψήλωνε τόσο τον βάραινε. Δεν σταματούσε να προσπαθεί με κάθε τρόπο να το ξεφορτωθεί από πάνω του. Την τελευταία φορά, είχε επιτρέψει ένα πολύ καλό του φίλο, να του εφαρμόσει μια τεχνική που είχε μάθει στα χρόνια αναμόρφωσης του σε «κρατικό ίδρυμα περίθαλψης ξεστρατισμένων». Με μαεστρία του αφαίρεσε το δέρμα και ένα αρκετά παχύ κομμάτι υποδερμικού ιστού χρησιμοποιώντας ένα ξυράφι βουτηγμένο σε αλκοόλη την περισσότερη από την οποία είχαν ήδη καταναλώσει οι δυο τους πριν αρχίσει αυτή η δραστική επέμβαση. Μετά την επούλωση της πληγής, πολύ νωρίτερα απ’ την μέρα που μπόρεσε να παραμείνει αρκετά ξεμέθυστος για να το αντιληφθεί, με φρίκη διαπίστωσε ότι όχι μόνο το Ε παρέμεινε εκεί, αλλά σαν να του έμοιαζε να Έχει γίνει ακόμη εντονότερο και περισσότερο ανάγλυφο από κάθε άλλη φορά. Απογοητεύτηκε τότε και το πείρε απόφαση. Συνήθιζε να το τυλίγει με μία άσπρη γάζα και προσπαθούσε να πείσει ότι δεν υπήρξε ποτέ. Μερικές φορές το κατάφερνε, άλλοτε όχι. Μάταια οι άτυχες φιλενάδες του προσπαθούσαν κατά καιρούς να του πάρουν το στίγμα από πάνω του. Άστοχα όλα τα φιλιά τους, τα χαμόγελα, τα γλυκόλογα και οι υποσχέσεις τους.

Άστοχα όλα, άστοχα και δίχως νόημα, ώσπου μια μέρα… μια καλοκαιρινή μέρα, συναντήθηκαν δήθεν τυχαία. Στην πραγματικότητα εκείνος την είχε σχεδιάσει με κάθε λεπτομέρεια προσπαθώντας να κάνει μια τελευταία απόπειρα. Ή να είναι και πάλι μαζί μετά από τόσα χρόνια ή να παραμείνουν αιώνια μακριά. Όχι ότι πίστευε ότι θα γινόταν κάτι αλλά να.. ήθελε να κάνει μια τελευταία προσπάθεια. Είχε μελετήσει κάθε του λέξη και είχε προετοιμαστεί για κάθε αντίδραση της. Όμως όταν ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο κάτω από το καυτό ήλιο, όλη του η προετοιμασία μπήκε στο ψυγείο. Μόλις την είδε, Ένιωσε δεκάδες πεταλούδες να χοροπηδούν τρελά στο στομάχι του και ρίγη τον είχαν συνεπάρει σε τέτοιο βαθμό που η φωνή του έβγαινε τρεμουλιαστή και γεμάτη δέος. Η συζήτηση τους αν και δεν ήταν σύντομη, περιοριζόταν στα τυπικά και σε αναμνήσεις από τα εφηβικά τους χρόνια, μέχρι που εκείνη πρόσεξε τον επίδεσμο στο μπράτσο που μόλις φαινόταν κάτω από το κοντομάνικο μπλουζάκι. «Που χτύπησες;» τον ρώτησε. «Πουθενά… Είναι το …» ψέλλισε εκείνος. Του έπιασε το μπράτσο και αφού ανασήκωσε λίγο το μανίκι άρχισε σιγά-σιγά και όλο περιέργεια να ξετυλίγει το σάβανο που του έπνιγε τόσα χρόνια την ψυχή. Όταν αποκαλύφθηκε το τατουάζ δεν πίστευε στα μάτια της. Έμεινε αποσβολωμένη να το περιεργάζεται απ’ άκρη σ’ άκρη. «Δεν …» έκανε να ρωτήσει. Εκείνος της έγνεψε αρνητικά με το κεφάλι, κοιτώντας την κατευθείαν μέσα στον ωκεανό των ματιών της. Άγγιξε την μελανιά με τις άκρες των δάχτυλων της και άρχισε τρυφερά να την χαϊδεύει και να την φιλά με σφαλιστά μάτια . Μετά, τράβηξε το χέρι της, ανασήκωσε το βλέμμα της και του είπε: «Ξέρεις ότι δεν μπορεί να γίνει…». «Το ξέρω..» απάντησε εκείνος.

Η συζήτηση συνεχίστηκε για λίγο ακόμα. Αποχαιρέτησαν ο ένας τον άλλο με ευχές και χωρίστηκαν για άλλη μια φορά. Ήταν αργά το βράδυ της ίδιας μέρας όταν με έκπληξη διαπίστωσε ότι στο μπράτσο δεν υπήρχε πλέον κανένα ίχνος από το τατουάζ που του είχε σημαδέψει την ζωή. Έβαλε τα κλάματα χωρίς να ξέρει εάν ήταν χαρούμενος ή λυπημένος γι’ αυτό που είχε και Έχασε.

.. .. ..

Τον είδα προχτές να αγναντεύει την θάλασσα, καθισμένος στη άκρη της παραλίας, ίσα να μην βρέχονται τα πόδια του. Πήγα και κάθισα δίπλα του. Ούτε που γύρισε να με κοιτάξει. Άνοιξα το πακέτο και του πρόσφερα ένα τσιγάρο. Το πείρε αμήχανα και του το άναψα, ενώ εξακολουθούσε το βλέμμα του να χάνεται στο πέλαγος. Άναψα κι ένα για μένα. «Όσο και να χαράσσω.. να, κοίτα..» είπε με τρεμάμενη φωνή, ενώ παγωμένος τον έβλεπα να σέρνει ένα ξυράφι πάνω στο μπράτσο του, «... πάντοτε σβήνει..!». Ο τρόμος έμεινε άφωνος μέσα μου όταν είδα την τομή, ως διά μαγείας, να χάνεται από το δέρμα χωρίς να έχει χυθεί ούτε μια στάλα αίμα. Όταν κάπως συνήλθα, τον ρώτησα, «και τι κάνεις εδώ;». «Περιμένω από την θάλασσα να με λυτρώσει..», «ή.. το φεγγάρι, να με λυπηθεί...». Δεν με κοίταξε ούτε μια στιγμή. Εκεί κοιτούσε, μακριά, στη θάλασσα.

Ντρόπιασα που δεν είχα κάτι να προσθέσω. Έστω, άλλη μια ανόητη ερώτηση. Σκυφτός γύρισα στο αυτοκίνητο. Έβγαλα από τον κόρφο μου την φωτογραφία σου (αυτή που περιμένεις ακόμα να σου στείλω). Τράβηξα κάτω από το κάθισμα τον σουγιά που μου χάρισε ο αδερφός μου για κάθε πιθανό νυχτερινό κακό συναπάντημα. Με μια κάποια ελπίδα, τον έσυρα με πείσμα πάνω στο μπράτσο μου. Ούτε πόνος, ούτε αίμα. Ούτε μια τόσο δα χαρακιά. Καθώς κατέβαζα το μανίκι από το πουκάμισο, νομίζω ότι άθελα μου ψέλλισα.. «.. δώσε μου πίσω τη μελανιά!»

Τρίτη, 28 Απριλίου 2009

Οι προσμονές

Που και που κλαίνε.
Ξεφυλλίζουν ανύπαρκτα δειλινά
και κλαίνε

Αργοχορεύουν Ζάλογγους
γύρω απ’ το ίδιο δέντρο
που χάρασσα κρυφά,
με τα λειψά ονόματα
και τα κομμένα κλαδιά

Ανθίζουνε τα βράδια
και μαραζώνουν
σ’ ένα ποτήρι κρασί
Αναζητούν απέλπιδα
τσεκούρια να υψώσουν

κι η φλούδα σκληραίνει
και τα ονόματα βουβά
κι ένα σχοινί σφίγγει
(όπως τα δάχτυλα, στο ποτήρι που αδειάζει)
και τα κλαδιά σπάνε

και... που και που
κλαίνε

Δε μήνυσες ποτέ.
Ντύθηκε το πουκάμισο;
Είδες την Ελένη;
Εγώ, στην Τροία πάντα ξεψυχώ
ή σ’ άλλη πόλη χαμένη

Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

Τρία Χάικου με Ονοματεπώνυμο



– του Ανεκπλήρωτου Έρωτα –
Πλάτανε πλάνε
πόσα μου πείρες χρόνια
φύλλα να ρίχνεις



– της Παρεξηγημένης Διαφορετικότητας –
Ανήλιε(*), ντύσου
τη νύχτα που έδινες,
νυχιές γεμάτος(**)



– των Νεκρών Λαθρομεταναστών –
Μικρούλα βάρκα
ψυχές έκλεψες τόσες
πιλότος ψεύτης




(*) Ανήλιος ή νήλιος (Typhlops vermicularis – Τύφλωπας ο σκωληκοειδής) είναι ένα μικρό σε διαστάσεις φίδι που μοιάζει με ευτραφή γεωσκώληκα, ζει μονίμως κάτω από την επιφάνεια της γης και τρέφεται με μυρμήγκια και άλλα μικρά έντομα. Αν και από πολλούς θεωρείται εξαιρετικά δηλητηριώδη στην πραγματικότητα είναι εντελώς ακίνδυνο.

(**) Οι οικιακές γάτες αρκετές φορές (συνήθως ως παιγνίδι) μπορούν με ευκολία να σκοτώσουν φίδια, καταφέρνοντας τα πολλαπλά χτυπήματα με τα νύχια τους.

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

Αυτά που μίσησα γεννώ

Αφιερωμένα στην καλή μου δασκαλίτσα που τώρα μπορεί να κρυφογελάει




Άγγιξα λάθος
Θεοί, χρωστάτε μύρια!
Βλέμματα θρήνοι

-- x --

Κόκκινο γράμμα,
σέρνεται γύρωθε μου
το άρωμα σου

-- x --

Ανθέ μου κλείσε,
κήπους στολίζεις στέρφους
κ’ αίμα δε βγάνεις

Τρίτη, 31 Μαρτίου 2009

Γιάννης και Μαρία

Τέτοια αμηχανία δεν την περίμενε ο Γιάννης. Άλλα ήθελε να πει και άλλα ξεστόμιζε. Όλα χαζά και καθημερινά. Τα επαναλάμβανε κάθε τόσο και κάθε φορά αισθανόταν όλο και πιο ανόητος. Μην μπορώντας να κάνει διαφορετικά, ξεσπούσε σε γέλια. Δεν το περίμενε να ήταν έτσι αυτή η πρώτη συνάντηση κι ας την σχεδίαζαν μήνες τώρα. Όλα όσα είχε σκεφτεί απλώς δεν του ερχόταν στο μυαλό και όσα ερχόταν δεν ταίριαζαν με καμία δύναμη.

Δεν ήταν όμως μόνος, και η Μαρία απέναντι του, κάπως έτσι ένιωθε. Κι εκείνη έβλεπε όλες τις λέξεις που είχε ζωγραφίσει τις τελευταίες βδομάδες, να διαλύονται πάνω στον καμβά προτού προλάβει να τις κάνει φράση. Χαμογελούσε κι εκείνη άθελα της ελπίζοντας στο μεσοδιάστημα να ξαναβρεί την χαμένη παλέτα των χρωμάτων.

Με γέλια και ανόητη κουβέντα πέρασαν πάνω από δύο ώρες μέσα σε εκείνο το μέτριας διακόσμησης Café μέχρι να συνειδητοποιήσουν ότι είχε αρχίσει να βραδιάζει και έπρεπε να πάρουν το Μετρό για το θέατρο που η Μαρία είχε βγάλει εισιτήρια από τον προηγούμενο μήνα. Σε όλη τη υπόλοιπη διαδρομή μέχρι τα καθίσματα του θεάτρου η συζήτηση επέμενε να κινείται σε παρόμοιο μοτίβο. Όταν άρχισε η παράσταση και οι δυο τους ανασάνανε με ανακούφιση. Επιτέλους, για μιάμιση ώρα θα έχουν δικαιολογία να κρατήσουνε το στόμα τους κλειστό.

Μετά το θέατρο, είχανε κλείσει τραπέζι σε ένα αρκετά καλό εστιατόριο. Ευτυχώς τα πράγματα άρχισαν να γίνονται καλύτερα μετά το πρώτο ποτήρι κρασιού. Τα μάτια τους άρχισαν να λένε περισσότερα από κάθε άλλη φορά. Στα κρυφά και διστακτικά στην αρχή, άρχισαν για πρώτη φορά να αγγίζει ο ένας τον άλλο. Η Μαρία οδηγούσε και ο Γιάννης ακολουθούσε χωρίς να φέρνει καμία αντίσταση. Δεν άργησαν να κρατιούνται με χέρια σφιχτά και απλώς να κοιτάζονται στα μάτια αμίλητοι. Κάποια στιγμή ο Γιάννης έσκυψε και φίλησε με όλη του την τρυφερότητα το κατακόκκινο μάγουλο της Μαρίας. Ήταν η πρώτη φορά που ο Γιάννης έπαιρνε πρωτοβουλία και η Μαρία κλείνοντας τα μάτια παραδόθηκε σ’ αυτό το αναπάντεχο χάϊδεμα από τα χείλη του. Όταν τα άνοιξε είδε με τρόμο ένα δάκρυ να κυλά από τα μάτια του Γιάννη. Του χαμογέλασε κι άφησε κι εκείνη ένα διαμάντι να στάξει από τα δικά της μάτια.

Ξέρανε κι οι δυο τους ότι αυτές οι στιγμές δεν επρόκειτο να επαναληφθούν. Ο Γιάννης, Πελοποννήσιος στην καταγωγή, ήταν εφοριακός υπάλληλος σε μια κωμοπόλη της Κρήτης. Ζούσε μόνος του, εδώ και χρόνια, συντηρώντας την μητέρα του με την οποία ήταν εξαιρετικά δεμένος. Ίσως αυτός να ήταν και ο λόγος που δεν είχε παντρευτεί όλο αυτό το διάστημα. Εφήμερες σχέσεις πολλές αλλά καμία δεν άξιζε τόσο όσο να εγκαταλείψει τη μάνα του. Αυτό το ταξίδι στην Αθήνα για να συναντήσει την Μαρία ήταν γι’ αυτόν πολύ μεγάλη απόφαση. Μετά από ένα νεανικό αποτυχημένο φλερτ, ο Γιάννης δεν είχε μάτια για άλλη γυναίκα. Είχε νιώσει τον έρωτα σε όλο του το μεγαλείο και δεν μπόρεσε καμία άλλη κοπέλα να τον συγκινήσει σε αυτό το βαθμό. Μονάχα με την Μαρία ένιωσε παρόμοια ρίγη. Την είχε γνωρίσει τυχαία σε ένα από τα chatroom του διαδικτύου πριν από ενάμιση χρόνο και σιγά-σιγά αυτή η γνωριμία εξελίχθηκε σε κάτι παραπάνω, ή τουλάχιστο έτσι ήλπιζε.

Η Μαρία, δύο μόλις χρόνια μεγαλύτερη του Γιάννη, ήταν απόφοιτη ενός ΙΕΚ αισθητικής. Ποτέ όμως δεν μπόρεσε να δουλέψει πραγματικά σε αυτό που σπούδασε. Είχε μια πολύ άσχημη εμπειρία στην πρώτη της δουλειά και απογοητεύτηκε από τον χώρο του επαγγέλματος της. Δούλευε περιστασιακά σαν γραμματέας σε ένα δικηγορικό γραφείο. Όταν γνωρίστηκε με τον Γιάννη, περνούσε την χειρότερη περίοδο της ζωής της. Ένας αποτυχημένος αρραβώνας συνοδευμένος από μια έκτρωση. Είχε χάσει τον κόσμο κάτω από τα πόδια της όταν το χέρι του Γιάννη απλώθηκε και την άρπαξε. Μαζί του μπόρεσε να ορθοποδήσει και άρχισε να βλέπει την ζωή και τους άντρες με άλλο μάτι. Είχε αρχίσει μάλιστα να πιστεύει σ’ αυτή τη ψηφιακή σχέση με τον Γιάννη και έκανε όνειρα για μια ζωή δίπλα του.

Όμως εκείνο το βράδυ τόσο ο Γιάννης όσο και η Μαρία ένιωθαν ότι τα πράγματα δεν ήταν έτσι όπως τα φανταζόταν και τα έπλαθαν μέσα από τις οπτικές ίνες των modem τους. Τα είχανε συζητήσει πολλές φορές με κάθε δυνατό τρόπο που πρόσφερε η τεχνολογία. Είχανε ψάξει προσεκτικά και με τις ώρες καθεμία παράμετρο των συνθηκών και των αισθημάτων τους αλλά κάθε φορά τους έλειπε ένα βασικό κομμάτι του παζλ. Δεν είχανε ποτέ συναντηθεί και ξέρανε πολύ καλά πως "έρωτας με τα χαιρετίσματα δεν φτουράει". Ο Γιάννης δεν μπορούσε να φύγει από την Κρήτη και λόγω δουλειάς αλλά και λόγω της μητέρας του που ήθελε να βρίσκεται κοντά στον νεκρό, εδώ και δύο σχεδόν δεκαετίες, σύζυγο της. Η Μαρία από την άλλη, δεν ήταν δυνατό να πείσει τους αυστηρών αρχών γονείς της να την επιτρέψουν να ζήσει με κάποιον «άγνωστο» σε άλλο τόπο, ειδικά μετά το κάζο που πήραν με την τελευταία της επιλογή. Όλα ορθώνονταν πελώρια εμπόδια μπροστά τους και ήλπιζαν ότι εάν συναντιόταν θα γινόταν αυτό το κλικ μέσα τους και όλα θα μπορούσαν να τα υπερβούν.

Κλικ όμως δεν ένιωσαν. Είχαν απέραντη αγάπη ο ένας για τον άλλο αλλά όχι αυτό το κάτι παραπάνω να σε βγάζει εκτός λογικής. Αλλιώς ήταν η Μαρία από την webcamera κι αλλιώς την έβλεπε σήμερα ο Γιάννης. Άλλα έλεγε κι έγραφε ο Γιάννης στο MSN και άλλα άκουγε από το στόμα του η Μαρία κι ας χρησιμοποιούσε τις ίδιες ακριβώς λέξεις. Άλλου είδους άνοιξη περιμένανε κι άλλη τους ήρθε. Άνοιξη ήταν, δεν μπορούσαν να το αρνηθούν αλλά όχι με αυτές τις ευωδιαστές μυρωδιές που προσμένανε. Η χημεία τους τελικά δεν μπορούσε να δέσει το γλυκό κι ας ξέρανε πως δεν ήταν η χημεία αλλά η απόσταση που τους χώριζε.

Το υπόλοιπο της βραδιάς το πέρασαν σε ένα ήσυχο μπαράκι μιλώντας για τον έρωτα τους. Τον έρωτα που ενώ τον ένιωθαν κάνανε ότι μπορούσαν για να τον μηδενίσουν. Ξέρανε πως δώδεκα ώρες μιας ημέρας δεν ήταν αρκετές για να πειστούν τα κορμιά τους στο σημείο που είχαν δεθεί οι καρδιές τους. Δεν είχε ξημερώσει καλά-καλά ακόμα όταν βρέθηκαν να αποχαιρετούνε ο ένας τον άλλο. Ο Γιάννης είχε το ταξίδι της επιστροφής και η Μαρία έπρεπε να είναι στο σπίτι όταν θα γύριζαν οι γονείς της από την καθιερωμένη τους επίσκεψη σε ένα μοναστήρι στην Εύβοια. Αυτή τη φορά ήταν η Μαρία που φίλησε τον Γιάννη. Ένα καυτό φιλί στα χείλια. Μόλις το δεύτερο της συνάντησής τους.

Το επόμενο διάστημα και σταδιακά, η ψηφιακή επικοινωνία τους αραίωνε μέχρι που για μια ανόητη αφορμή σταμάτησαν να μιλούν. Μετά από κάποιο διάστημα, η Μαρία παντρεύτηκε τελικά αυτόν που διάλεξαν για εκείνη οι γονείς της και απέκτησε ένα κοριτσάκι που η μοίρα το έφερε να το βαφτίσουν Αθανασία, το όνομα της μητέρας του Γιάννη.

Ο Γιάννης απ’ την άλλη έμεινε ανύπαντρος. Δεν τα κατάφερε να βρει τον έρωτα που ζητούσε. Η Μαρία ήταν ότι το πλησιέστερο του είχε συμβεί ποτέ και το είχε αφήσει να φύγει. Κι αυτό δεν το συγχώρησε ποτέ στον εαυτό του. Από τότε, κάθε χρόνο την ημέρα της Παναγίας, ανέβαινε Αθήνα. Πήγαινε το απογευματάκι σε ένα μέτριας διακόσμησης Café για κανένα δίωρο, μετά θέατρο και στην συνέχεια σε ένα καλό εστιατόριο όπου είχε κλείσει από καιρό ένα τραπέζι για δύο. Τα ξημερώματα τον εύρισκαν πάντα σε ένα μπαράκι να γεύεται καυτά φιλιά από ένα ποτήρι δυνατού αλκοόλ.

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2009

Βραδινή προσευχή


Κύριε, δέξου…
κομμένες τις φτερούγες μου
κάθε τους που φυτρώνουν
να μη με δω να ευτυχώ
μη τη καρδιά ματώνουν

Κύριε, κάμε…
το σ’ αγαπώ να μην το πω
μη τύχει και το νιώσω
μήπως ξανά ερωτευτώ
και πάλι μετανιώσω

Κύριε, φέρε μου…
τη νύχτα να με πάρει
σαν όνειρο να σβήσω
προτού τα ξημερώματα
μονάχος μου σκορπίσω


(πόσο θα στοίχιζε στον ουρανό ένα λιγότερο λειψό αστέρι;)

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2009

Κατάρα


Είμαι αυτός ο κηπουρός
κείνος… δίχως δικό του κλήρο
που ολιμερίς κοπιάζει
αλλά σε ξένο κήπο

Φκιάνει πρασιές, παρτέρια
για υάκινθους και ρόδα
Κλαδεύει και μπολιάζει
σκαλίζει ματωμένο χώμα

Κι όταν μυρίσει άνοιξη
γεμίζει ο τόπος άνθη…
μα άλλοι θα απολαύσουνε
του κήπου του τα κάλλη

Είμαι αυτός ο κηπουρός
που η μοίρα είχε κάνει
τα όνειρα που πάσχιζε
ποτέ του να μην φτάνει

Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2009

Το ποντίκι που βρυχιόταν

Ένα παραμύθι για τα χρόνια που πέρασαν... μια ευχή για 'κείνα που θα 'ρθουν.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα τόσο δα μικρούλι ποντικάκι. Είχε φτιάξει την φωλίτσα του στην ρίζα ενός δέντρου και όλη την ημέρα την περνούσε στο δάσος μαζεύοντας καρπούς και ξυλαράκια. Λίγο πριν σκοτεινιάσει επέστρεφε στην μικρούτσικη φωλιά του, άναβε το τζάκι με τα ξυλαράκια και με ηρεμία έτρωγε τους λιγοστούς καρπούς που είχε μαζέψει καθώς έτσι μικρούλι και καχεκτικό που ήταν δεν είχε την δύναμη να κουβαλήσει πολύ τροφή. Παρόλα αυτά και μ’ αυτούς τους λίγους καρπούς ήταν ευχαριστημένο. Εξάλλου τόσο μικρό και αδυνατούλι που το έφτιαξε η φύση δεν χρειαζόταν δα και πολύ φαγητό για να χορτάσει. Το μόνο που το πείραζε καμιά φορά ήταν που τα άλλα ποντίκια, εκμεταλλευόμενοι το μέγεθος του, συνεχώς το αποπαίρνανε, το χλεύαζαν και το συμπεριφερόταν άσχημα. Μάλιστα δεν ήταν λίγες οι φορές που του έκλεβαν και τους καρπούς που με τόση δυσκολία κουβαλούσε στην φωλιά του. Έτσι το ποντικάκι δεν είχε πολλά πάρε-δώσε με τα υπόλοιπα ποντίκια και κάθε φορά που συναντούσε κάποιο περιοριζόταν στα τυπικά χωρίς να επιδιώκει ιδιαίτερες σχέσεις. Με τον καιρό το ποντικάκι απομονώθηκε από τα υπόλοιπα ποντίκια τα οποία τον θεωρούσαν πολύ ιδιόρρυθμο και περίεργο. Ίσως μερικά να πίστευαν ότι ήταν και τρελό να ζει μονάχο του τόσο καιρό. Το είχαν κολλήσει διάφορα υποτιμητικά επίθετα και πάντα το κοιτούσαν με καχύποπτο μάτι εάν τύχαινε ποτέ και το έβλεπαν. Έτσι με τον καιρό, αντί το ποντικάκι να φοβάται μη τυχόν συναντήσει κάποιο άλλο ποντίκι, ήταν τα άλλα τα ποντίκια που ένιωθαν άβολα όταν το έβρισκαν στον δρόμο τους και προσπαθούσαν να το αποφύγουν. Έτσι περνούσαν οι μέρες η μία μετά την άλλη. Το ποντικάκι όσο ευτυχισμένο κι αν ένιωθε μέσα στην μοναξιά του, είχε κρυφό παράπονο που το μικρό του μέγεθος τον είχε αναγκάσει να ζει τόσο μακριά από τα υπόλοιπα ποντίκια.

Μια συνηθισμένη μέρα, όπως γυρνούσε από το δάσος άκουσε γοερό κλάμα κι αναστεναγμούς μέσα από ένα θάμνο. Τρέχει να δει τι συμβαίνει και βλέπει ένα τοσοδούλικο σπουργιτάκι να κλαίει μ’ αναφιλητά.


- «Γιατί κλαις σπουργιτάκι μου» του λέει.
- «Έπεσα σε μεγάλη καταιγίδα και φοβερό τυφώνα και έσπασε η φτερούγα μου και τώρα δεν μπορώ να πετάξω και έτσι μικρό κι αδύναμο που είμαι θα με φάνε τα θηρία του δάσους» του απάντησε.
- «Μην φοβάσε σπουργιτάκι» του αποκρίνεται, «να… έχω εδώ ξυλαράκια από το δάσος να σου φτιάξω ένα νάρθηκα για την σπασμένη σου φτερούγα… και καρπούς να φας να δυναμώσεις και να γίνεις καλά».
- «Μα αυτά τα έχεις μαζέψει για να ζεστάνεις την φωλιά σου και να χορτάσεις την δική σου πείνα» γυρίζει όλο απορία και του αποκρίνεται το σπουργιτάκι.
- «Μην στεναχωριέσαι, δεν θα είναι η πρώτη φορά που θα κοιμηθώ νηστικός σε μια παγωμένη φωλιά, εξάλλου το δάσος είναι μεγάλο και μπορώ να βγω να μαζέψω άλλους καρπούς, αρκετούς και για τους δυο μας», απάντησε αμέσως το ποντικάκι, ξέροντας όμως πως θα έπρεπε να υπερβάλει τις δυνάμεις του για να κάνει κάτι τέτοιο.

Κι έτσι το ποντικάκι, χωρίς άλλη κουβέντα, έφτιαξε έναν γερό νάρθηκα να κρατήσει την σπασμένη φτερούγα και μ’ όση δύναμη που του είχε απομείνει από την κούραση της ημέρας κουβάλησε το σπουργιτάκι στην μικρή του φωλιά. Με τα υπόλοιπα ξυλαράκια άναψε την φωτιά στο τζάκι και έδωσε όλους τους καρπούς που είχε μαζέψει στο τραυματισμένο σπουργίτι. Βλέποντας όμως πως δεν είναι αρκετοί αποφάσισε ότι θα έπρεπε να μαζέψει κι άλλους. Έτσι, μόλις το σπουργιτάκι αποκοιμήθηκε, βγήκε στο δάσος για τροφή. Κάτι εξαιρετικά σπάνιο για ένα ποντίκι, καθώς η νύχτα στο δάσος ήταν πολύ επικίνδυνη ακόμη και για πολύ μεγαλύτερα σε μέγεθος και δύναμη ζώα. Παρόλα αυτά, το ποντικάκι όχι μόνο βγήκε, αλλά μάζεψε τόσο πολλούς καρπούς και ξυλαράκια που με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να τα σύρει πίσω στην φωλιά.

Για μέρες πολλές το ποντικάκι φρόντιζε το σπουργιτάκι. Έβγαινε στο δάσος και έφερνε κάθε φορά όλο και περισσότερους καρπούς καθώς θα έπρεπε το σπουργιτάκι να έχει άφθονη τροφή για να γιατρευτεί η σπασμένη του φτερούγα. Πολλές φορές μάλιστα το ποντικάκι αναγκαζόταν να βγαίνει και νύχτες για τροφή έτσι ώστε το σπουργιτάκι να έχει ένα πλούσιο πρωινό την επόμενη μέρα. Μέρα με τη μέρα, το σπουργιτάκι δυνάμωνε όλο και πιο πολύ με τις φροντίδες από το ποντικάκι και άρχισε να αναπτύσσεται μια δυνατή φιλία μεταξύ τους. Το σπουργιτάκι έλεγε στο ποντικάκι πόσο πολύ του άρεσε να πετάει, του έλεγε για το παράπονο του που δεν γεννήθηκε μεγάλο και δυνατό και ήταν αναγκασμένο να ανέχεται τον χλευασμό και τα πειράγματα από τα άλλα μεγαλύτερα πουλιά του δάσους. Και το ποντικάκι του αποκρινόταν ότι η ουσία δεν είναι να είναι κάποιος δυνατός αλλά να έχει μεγάλη ψυχή και να εκτιμά αυτά που τόσο απλόχερα χαρίζει το δάσος. Και συνήθιζε τότε το σπουργιτάκι να του απαντά ότι το ποντικάκι είχε πολύ μεγάλη ψυχή και πολύ μεγάλη καρδιά που ούτε λιοντάρι δεν την είχε. Και κάθε μέρα, αισθανόμενο ευγνωμοσύνη, δεν σταματούσε να το ευχαριστεί για την καλοσύνη που του είχε δείξει. Και πράγματι το ποντικάκι άρχισε να νιώθει μέρα με τη μέρα δυνατός σαν λιοντάρι και το όφειλε σε αυτό το σπουργίτι που του έδειξε πόσα μεγάλα πράγματα θα μπορούσε να κάνει εάν για λίγο παράβλεπε την αδυναμία του μεγέθους του και ένιωθε το μεγαλείο της ψυχής του.


Μάλιστα όταν κοιτούσε τον καθρέφτη νόμιζε ότι μπορούσε να διακρίνει και μια χαίτη να φυτρώνει γύρω από το λαιμό του την οποία άρχισε με επιμέλεια να κουρεύει καθημερινά καθώς γινόταν πολύ λόγος από τα υπόλοιπα ποντίκια για εκείνο το σπουργιτάκι που είχε στη φωλιά του και δεν ήθελε να προκαλεί τα βλέμματα των άλλων πάνω του. Έτσι, δεν άργησε το ποντικάκι να πιστεύει ότι ήταν γραφτό του να ζήσει για πάντα με το σπουργιτάκι. Αλλά και το σπουργιτάκι αναγνωρίζοντας τα αισθήματα που είχε το ποντικάκι γι’ αυτό έκανε κι εκείνο όνειρα για το μέλλον.

Όμως μόλις έθραψε η φτερούγα του, το σπουργιτάκι ένιωθε πολύ άβολα μέσα στην μικρή φωλίτσα και με ανεβασμένο ηθικό ήθελε πάλι να κατακτήσει τους ουρανούς. Έτσι μια μέρα που γύρισε το ποντικάκι στην φωλιά του φορτωμένο καρπούς και ξύλα από το δάσος, αντί για το σπουργιτάκι, βρήκε μονάχα ένα γράμμα που περιείχε πολλές ευχαριστίες και ακόμα περισσότερες ευχές για το μέλλον. Το ποντικάκι στενοχωρήθηκε πολύ αλλά κατά βάθος ήξερε πως δεν θα μπορούσε ποτέ να προσφέρει στο σπουργιτάκι την ελευθερία των αιθέρων. Έτσι το πείρε απόφαση πως τα σχέδια του να ζήσει για πάντα με το σπουργίτι ήταν όλα αδύνατα και ότι ποτέ δεν θα το δει ξανά στη ζωή του. Με πληγωμένη αλλά συνάμα σιδερένια καρδιά προσπάθησε να ξαναβρεί τους συνηθισμένους ρυθμούς της ζωής του. Ήταν όμως αδύνατο να ξεχάσει το μικρό του σπουργιτάκι, αυτό που του άλλαξε την ζωή, που το έκανε να μην σκιάζεται τα κυνηγάρικα ζώα της νύχτας και να μην στεναχωριέται από τα περιγελαστικά λόγια των άλλων ποντικών.

Εντωμεταξύ τα υπόλοιπα ποντίκια του δάσους είχαν αρχίσει να θορυβούνται με την αλλόκοτη συμπεριφορά του μικρού ποντικιού.
«Δεν είναι δυνατό…» έλεγαν, «ένα ποντίκι να ζει μαζί με ένα σπουργίτι».
«Και ποιος είναι αυτός δηλαδή, να μαζεύει τόσο πολύ τροφή και ξύλα από το δάσος και να την στερεί από τις δικές μας οικογένειες» πρόσθεταν με στόμφο άλλα.
«Να σηκωθεί να φύγει κι αυτός και το παλιο-σπουργίτι του από το δάσος μας… κι αν δεν φύγει μόνος του να τον διώξουμε εμείς» συμπλήρωναν τα πιο θερμόαιμα.
Μέχρι που μια μέρα αποφάσισαν όλα μαζί να πάνε στην φωλιά του μικρού ποντικιού για να του κοινοποιήσουν τις αποφάσεις τους χωρίς να γνωρίζουν βέβαια ότι το σπουργίτι τους είχε ήδη προλάβει σε αυτή τους την κίνηση αλλά για τους δικούς του λόγους. Όλα μαζί, μικρά και μεγάλα, αρσενικά και θηλυκά, μαζεύτηκαν γύρω από την ρίζα του δέντρου που είχε φτιάξει το ποντικάκι την φωλίτσα του κι άρχισαν να του φωνάζουν:

«Να φύγεις απ’ το δάσος μας, να φύγεις κι εσύ και το σπουργίτι σου».
«Τι σόι ποντίκι είσαι εσύ που ζήσεις μ’ ένα σπουργίτι;».
«Ρεζιλίκια, τα ποντίκια να ζουν με τα σπουργίτια»

κι άλλα τέτοια αισχρά που ανάγκασαν το ποντικάκι όσο κι αν δεν το επιδίωκε να βγει έξω και για πρώτη φορά στη ζωή του να προστατεύσει τις επιλογές του.

«Βρωμερά και σιχαμένα ποντίκια…» τους είπε, «ποιοι είστε εσείς που θα κρίνεται τους άλλους, που μήτε την ουρά σας δεν μπορείτε να σεβαστείτε;».
«Μια ζωή με αποπαίρνατε και με χλευάζατε γιατί δεν μπορούσατε να αποδεχτείτε το διαφορετικό και τώρα ανίκανα και κοντόφθαλμα πλάσματα πάλι το ίδιο πράττετε σε βάρος κάποιου που ούτε καν τον ξέρετε και μπρος σας δεν τον είχατε ποτέ σας συναντήσει».
«Σας πρόλαβε, ανόητα και θλιβερά ποντίκια και χάρισμα σας το δάσος και οι βρωμερές φωλιές σας …»



κι όσο μιλούσε το ποντικάκι τόσο πιο πολύ ύψωνε την ένταση της φωνής του. Και όσο ανέβαινε η ένταση της φωνής του, τόσο πιο πολύ οργή έβγαζαν τα λόγια του. Κι όσο πιο πολύ οργή ξεχυνόταν από μέσα του, τόσο πιο πολύ ένιωθε την καρδιά του να χτυπά και να μεγαλώνει, μέχρι που, από ένα σημείο και μετά η φωνή του έγινε στριγκλιά και η στριγκλιά του βροντή και η βροντή βρυχηθμός. Εεε…, δεν ήθελαν και πολύ τα ποντίκια, ήταν και αυτή η χαίτη που από τότε που έφυγε το σπουργιτάκι δεν είχε κουρευτεί… ήταν και η αμφιβολία για το άδικο που διεκδικούσαν… και χωρίς πολλά-πολλά με τον πρώτο βρυχηθμό άρχισαν να τρέχουν τρομοκρατημένα αριστερά και δεξιά για να κρυφτούν ουρλιάζοντας με φρίκη:

«Το ποντίκι έγινε λιοντάρι!! Το ποντίκι έγινε λιοντάρι!!».


Μια αρκούδα μάλιστα που έτυχε να περνάει από εκεί κοντά, έτρεξε κι αυτή φοβισμένη κάπου να κρυφτεί μη τυχόν και συναντήσει το τρομερό λιοντάρι που έβγαζε αυτόν τον τρομακτικό βρυχηθμό.

Μετά από αυτό το επεισόδιο, το ποντικάκι ένιωσε ότι δεν μπορεί πια να παραμείνει κοντά στα υπόλοιπα ποντίκια κι αποφάσισε να φύγει μακριά, κάπου που να μην το ξέρουν. Είχε ακούσει από τις ιστορίες της σοφής κουκουβάγιας για ένα μέρος στην άκρη του δάσους όπου έβρισκαν καταφύγιο όλα τα κατατρεγμένα ζώα. Έτσι λοιπόν αποφάσισε να βρει αυτό το μέρος και να ζήσει εκεί μακριά από τα ύπουλα και ζηλόφθονα μάτια των υπόλοιπων ποντικών. Έτσι κι έγινε.

Για μήνες περιπλανιόταν στο δάσος, πότε με οδηγό το ένστικτό του και πότε ρωτώντας τα ζώα που συναντούσε, για εκείνο τον περίεργο και απόκοσμο τόπο, μέχρι που τελικά έφτασε στο πιο σκοτεινό και απόμακρο σημείο του δάσους, στην «χώρα της λήθης». Με το που βρέθηκε εκεί ένιωσε σαν το σπίτι του. Αν και το μέρος αυτό ήταν σκοτεινό, κρύο και αφιλόξενο, αμέσως το ένιωσε πολύ οικείο. Σύντομα άρχισε να συναντάει πολύ περίεργα πλάσματα αλλά τόσο, μα τόσο φιλικά.

Το πρώτο που συνάντησε ήταν μια κάργα που είχε τόσο υπέροχη και γλυκιά φωνή που έμοιαζε με κελάιδισμα αηδονιού.

- «Καλώς το ποντίκι που βρυχάται!» του είπε μόλις τον είδε.
- «Και που με ξέρεις εσύ;» της αποκρίνεται με αμηχανία.
- «Η κουκουβάγια μας είπε για σένα πριν πολύ καιρό… αλλά δεν θέλει και πολύ να καταλάβω ποιος είσαι. Σε προδίδει η χαίτη γύρω από το λαιμό…» του ανταποκρίνεται καθώς του άπλωσε το χέρι της χαμογελώντας φιλικά για το καλώς όρισες.

Η κάργα του σύστησε κι άλλα ζώα που ζούσανε εκεί και το ποντικάκι έγινε σύντομα φίλος και μ’ ένα γουρουνάκι που ήξερε να χορεύει καλύτερα κι από φλαμένγκο. Και τα αλλόκοτα ζώα της «χώρας της λήθης» δεν είχαν τελειωμό. Ένας τυφλοπόντικας που μπορούσε να βλέπει μακρύτερα κι από γεράκι, μια κότα που ήταν ολόιδιο παγώνι, ένα φίδι με τρίχωμα αλεπούς, κι άλλα κι άλλα πολλά. Κι οι μέρες περνούσαν πολύ όμορφα εκεί. Συχνά τα «πλάσματα της λήθης» βρισκόντουσαν σε μεγάλες παρέες και έλεγε καθένα την ιστορία του επιδεικνύοντας με καμάρι τα ιδιαίτερα χαρίσματα που τα έκανε τόσο διαφορετικά από τα υπόλοιπα. Μονάχα το ποντικάκι ποτέ δεν είχε πει την δική του ιστορία. Ίσως γιατί δεν μπορούσε ακόμα να πιστέψει σ’ αυτή την αγάπη και φιλία που του χάριζαν τα υπόλοιπα αλλόκοτα ζώα. Χαιρόταν όμως πάρα πολύ να ακούει τις ιστορίες τους και δεν χόρταινε να βλέπει το γουρουνάκι να κάνει τις εκπληκτικές του πιρουέτες συνοδευμένες από το μελωδικό τραγούδι της κάργας.

Μέχρι που ένα βράδυ όλα τα ζώα βάλθηκαν να πείσουν το ποντικάκι να πει επιτέλους την δική του ιστορία και να το ακούσουν έστω και μια φορά να βρυχάται. Έτσι κι έγινε, το ποντικάκι έβαλε όλη του την δύναμη κι έβγαλε ένα πολύ τρομερό και δυνατό βρυχηθμό που έκανε όλα τα υπόλοιπα ζώα να παγώσουν προς στιγμή από τον φόβο τους. Μετά, αφού τους καθησύχασε άρχισε να τους λέει την ιστορία του και το παράπονό του για το σπουργιτάκι και τον ξαφνικό αλλά δικαιολογημένο φευγιό του. Αφού τελείωσε την ιστορία του τα υπόλοιπα ζώα άρχισαν να σιγοψιθυρίζουν αναμεταξύ τους μέχρι που ένα άλογο με φτερά κύκνου γυρίζει και του λέει όλο αυθάδεια:


«Μα είχανε δίκιο τα υπόλοιπα ποντίκια που θέλανε να σε διώξουνε. Δεν είναι και λίγο πράγμα να θέλεις να ζήσεις με ένα σπουργίτι!!»

Το ποντικάκι ξαφνιάστηκε και όταν και τα υπόλοιπα ζώα άρχισαν να συμφωνούν με το άλογο και να τον επικρίνουν ένιωσε πολύ άσχημα και τόση μεγάλη ντροπή που αναγκάστηκε χωρίς να μιλήσει να φύγει με σκυμμένο το κεφάλι.

Τίποτα πια δεν ήταν το ίδιο. Ένιωθε πλέον το σκοτάδι να τον πνίγει και κάθε μέρα που περνούσε ήταν σαν να κρύωνε ο αέρας όλο και πιο πολύ γύρω του. Τα υπόλοιπα ζώα άρχισαν να τον κοιτούν περίεργα κι εκείνο άρχισε σιγά-σιγά να τα αποφεύγει. Μονάχα την κάργα συναντούσε που-και-που και το γουρουνάκι αλλά κι αυτά με τον τρόπο τους έμοιαζαν σα να ήθελαν να απομακρυνθούν από κοντά του. Οι εμφανίσεις του γινόταν όλο και λιγότερες μέχρι που εξαφανίστηκε και κανένας δεν το είδε ποτέ πια.

Μόνο μετά από χρόνια πολλά, η κουκουβάγια, σε ένα από ταξίδια της όταν σταμάτησε να ξεκουραστεί για λίγο στην «χώρα της λήθης», μίλησε για ένα περίεργο ζώο που συνάντησε ψηλά σε ένα μακρινό και ψηλό βουνό.

«… εκεί Θεέ μου ήταν τόσο ψηλά που και σκουλήκι να ήσουν, ένιωθες ότι πετάς. Εκεί λοιπόν είδα το πιο αλλόκοτο πλάσμα στον κόσμο. Έμοιαζε πολύ μ’ εκείνο το ποντίκι που βρυχιόταν κι αν δεν είχε εκείνα τα τέσσερα πόδια, θα έπαιρνα όρκο σας λέω, πως ήτανε αητός! …»


{στην Μ.}