Τετάρτη, 27 Μαΐου 2009

Tattoo


Δεν χόρταινε να το θαυμάζει. Για πρώτη του φορά ένα αληθινό τατουάζ. Δεν είχε κλείσει τα δεκαέξι του χρόνια και ανεξίτηλα στιγμάτισε το μπράτσο του με ένα γράμμα του αλφάβητου, Ένα Ε. Σήμαινε τόσα πολλά για εκείνον το γράμμα αυτό. Ένα χρυσοπράσινο φίδι είχε περίτεχνα σχεδιαστεί να είναι σκαρφαλωμένο πάνω στην κάθετη πλευρά του και Ερωτοτροπούσε ναζιάρικα με ένα τοσοδούλικο αγγελάκι, σα να γιόρταζε ένα κερδισμένο παράδεισο.

Ήταν η έβδομη φορά που επισκεπτόταν το εργαστήριο τατουάζ . Έβγαλε από τη πίσω τσέπη του παντελονιού τα χρήματα να πληρώσει τον ομολογουμένως εξαίρετο καλλιτέχνη που ασχολήθηκε τόσες ώρες πάνω στο αμόλυντο, πριν λίγες μέρες, δέρμα του. «Σ’ Εύχομαι να μην χρειαστεί να το σβήσεις!» του είπε με πονηρό βλέμμα. «Τριάντα χρόνια στο επάγγελμα, δεν έχω σκαλίσει τόσο βαθιά άλλο tattoo! Τρελή, πολύ τρελή η απαίτηση σου!!» συνέχισε, κρύβοντας στη χούφτα του τα συμφωνηθέντα αλλά αποφεύγοντας να τον κοιτάξει κατάματα. Εκείνος, χαμογέλασε όλο περηφάνια και αποκρίθηκε με χαμόγελο καθώς έφευγε, «όπως σου είπα… Ένα, για πάντα!» και η τελευταία του λέξη χάθηκε μέσα στο θόρυβο του δρόμου καθώς άνοιξε την πόρτα και απομακρυνόταν.

«Είσαι τρελός, είσαι τρελός..!!» του φώναζε Εκείνη, έκπληκτη καθώς τον αγκάλιαζε και τον φιλούσε παθιασμένα στο λαιμό και στα χείλη. Εκείνος, έπλεε σε πελάγη Ευτυχίας. Ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να της δείξει τον ατελείωτο Έρωτα του με καλύτερο τρόπο. Και τα πειστήρια θα ήταν εκεί, στο μπράτσο του, για πάντα.

Όμως, όπως συμβαίνει σχεδόν με όλους τους νεανικούς έρωτες, οι μέρες της χαράς δεν κράτησαν πολύ. Μετά από λίγους μήνες, σε μια τυχαία τους συνάντηση όλα διαλύθηκαν το ίδιο απλά όπως δημιουργήθηκαν σε εκείνη την σχολική εκδρομή. Οι επόμενες μέρες ήταν σκέτη φρίκη. Εκείνος, έκανε αμέτρητες προσπάθειες να φέρει ξανά τον ήλιο ανάμεσα τους, μα έμοιαζε σα να προσπαθούσε να ξεδιψάσει την έρημο μοναχά με ένα ποτήρι νερό. Στο τέλος εγκατέλειψε, συννέφιασε και διάλεξε την πιο σκοτεινή σπηλιά να φυλακίσει τα όνειρα του. Δύο φορές προσπάθησε να εξαφανιστεί από τον κόσμο των ζωντανών. Δυο φορές με το ζόρι τον έσυραν πίσω. Έπρεπε να ξεχάσει.

Επισκέφθηκε όλους τους καλλιτέχνες τατουάζ. Απελπισία. Όσοι δεν του έλεγαν ότι είναι ικανοί μόνο να φτιάχνουν, με απογοήτευση του αποκάλυπταν ότι το σημάδι στο μπράτσο ήταν πολύ βαθύ για να αφαιρεθεί. Μόνο ένας πλανόδιος έκανε μια προσπάθεια να του βγάλει το αγκάθι που του μάτωνε την καρδιά. Πολύς πόνος και αποτέλεσμα κανένα. Τα χρόνια περνούσαν και το Ε όλο και ψήλωνε μαζί με αυτόν. Και όσο ψήλωνε τόσο τον βάραινε. Δεν σταματούσε να προσπαθεί με κάθε τρόπο να το ξεφορτωθεί από πάνω του. Την τελευταία φορά, είχε επιτρέψει ένα πολύ καλό του φίλο, να του εφαρμόσει μια τεχνική που είχε μάθει στα χρόνια αναμόρφωσης του σε «κρατικό ίδρυμα περίθαλψης ξεστρατισμένων». Με μαεστρία του αφαίρεσε το δέρμα και ένα αρκετά παχύ κομμάτι υποδερμικού ιστού χρησιμοποιώντας ένα ξυράφι βουτηγμένο σε αλκοόλη την περισσότερη από την οποία είχαν ήδη καταναλώσει οι δυο τους πριν αρχίσει αυτή η δραστική επέμβαση. Μετά την επούλωση της πληγής, πολύ νωρίτερα απ’ την μέρα που μπόρεσε να παραμείνει αρκετά ξεμέθυστος για να το αντιληφθεί, με φρίκη διαπίστωσε ότι όχι μόνο το Ε παρέμεινε εκεί, αλλά σαν να του έμοιαζε να Έχει γίνει ακόμη εντονότερο και περισσότερο ανάγλυφο από κάθε άλλη φορά. Απογοητεύτηκε τότε και το πείρε απόφαση. Συνήθιζε να το τυλίγει με μία άσπρη γάζα και προσπαθούσε να πείσει ότι δεν υπήρξε ποτέ. Μερικές φορές το κατάφερνε, άλλοτε όχι. Μάταια οι άτυχες φιλενάδες του προσπαθούσαν κατά καιρούς να του πάρουν το στίγμα από πάνω του. Άστοχα όλα τα φιλιά τους, τα χαμόγελα, τα γλυκόλογα και οι υποσχέσεις τους.

Άστοχα όλα, άστοχα και δίχως νόημα, ώσπου μια μέρα… μια καλοκαιρινή μέρα, συναντήθηκαν δήθεν τυχαία. Στην πραγματικότητα εκείνος την είχε σχεδιάσει με κάθε λεπτομέρεια προσπαθώντας να κάνει μια τελευταία απόπειρα. Ή να είναι και πάλι μαζί μετά από τόσα χρόνια ή να παραμείνουν αιώνια μακριά. Όχι ότι πίστευε ότι θα γινόταν κάτι αλλά να.. ήθελε να κάνει μια τελευταία προσπάθεια. Είχε μελετήσει κάθε του λέξη και είχε προετοιμαστεί για κάθε αντίδραση της. Όμως όταν ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο κάτω από το καυτό ήλιο, όλη του η προετοιμασία μπήκε στο ψυγείο. Μόλις την είδε, Ένιωσε δεκάδες πεταλούδες να χοροπηδούν τρελά στο στομάχι του και ρίγη τον είχαν συνεπάρει σε τέτοιο βαθμό που η φωνή του έβγαινε τρεμουλιαστή και γεμάτη δέος. Η συζήτηση τους αν και δεν ήταν σύντομη, περιοριζόταν στα τυπικά και σε αναμνήσεις από τα εφηβικά τους χρόνια, μέχρι που εκείνη πρόσεξε τον επίδεσμο στο μπράτσο που μόλις φαινόταν κάτω από το κοντομάνικο μπλουζάκι. «Που χτύπησες;» τον ρώτησε. «Πουθενά… Είναι το …» ψέλλισε εκείνος. Του έπιασε το μπράτσο και αφού ανασήκωσε λίγο το μανίκι άρχισε σιγά-σιγά και όλο περιέργεια να ξετυλίγει το σάβανο που του έπνιγε τόσα χρόνια την ψυχή. Όταν αποκαλύφθηκε το τατουάζ δεν πίστευε στα μάτια της. Έμεινε αποσβολωμένη να το περιεργάζεται απ’ άκρη σ’ άκρη. «Δεν …» έκανε να ρωτήσει. Εκείνος της έγνεψε αρνητικά με το κεφάλι, κοιτώντας την κατευθείαν μέσα στον ωκεανό των ματιών της. Άγγιξε την μελανιά με τις άκρες των δάχτυλων της και άρχισε τρυφερά να την χαϊδεύει και να την φιλά με σφαλιστά μάτια . Μετά, τράβηξε το χέρι της, ανασήκωσε το βλέμμα της και του είπε: «Ξέρεις ότι δεν μπορεί να γίνει…». «Το ξέρω..» απάντησε εκείνος.

Η συζήτηση συνεχίστηκε για λίγο ακόμα. Αποχαιρέτησαν ο ένας τον άλλο με ευχές και χωρίστηκαν για άλλη μια φορά. Ήταν αργά το βράδυ της ίδιας μέρας όταν με έκπληξη διαπίστωσε ότι στο μπράτσο δεν υπήρχε πλέον κανένα ίχνος από το τατουάζ που του είχε σημαδέψει την ζωή. Έβαλε τα κλάματα χωρίς να ξέρει εάν ήταν χαρούμενος ή λυπημένος γι’ αυτό που είχε και Έχασε.

.. .. ..

Τον είδα προχτές να αγναντεύει την θάλασσα, καθισμένος στη άκρη της παραλίας, ίσα να μην βρέχονται τα πόδια του. Πήγα και κάθισα δίπλα του. Ούτε που γύρισε να με κοιτάξει. Άνοιξα το πακέτο και του πρόσφερα ένα τσιγάρο. Το πείρε αμήχανα και του το άναψα, ενώ εξακολουθούσε το βλέμμα του να χάνεται στο πέλαγος. Άναψα κι ένα για μένα. «Όσο και να χαράσσω.. να, κοίτα..» είπε με τρεμάμενη φωνή, ενώ παγωμένος τον έβλεπα να σέρνει ένα ξυράφι πάνω στο μπράτσο του, «... πάντοτε σβήνει..!». Ο τρόμος έμεινε άφωνος μέσα μου όταν είδα την τομή, ως διά μαγείας, να χάνεται από το δέρμα χωρίς να έχει χυθεί ούτε μια στάλα αίμα. Όταν κάπως συνήλθα, τον ρώτησα, «και τι κάνεις εδώ;». «Περιμένω από την θάλασσα να με λυτρώσει..», «ή.. το φεγγάρι, να με λυπηθεί...». Δεν με κοίταξε ούτε μια στιγμή. Εκεί κοιτούσε, μακριά, στη θάλασσα.

Ντρόπιασα που δεν είχα κάτι να προσθέσω. Έστω, άλλη μια ανόητη ερώτηση. Σκυφτός γύρισα στο αυτοκίνητο. Έβγαλα από τον κόρφο μου την φωτογραφία σου (αυτή που περιμένεις ακόμα να σου στείλω). Τράβηξα κάτω από το κάθισμα τον σουγιά που μου χάρισε ο αδερφός μου για κάθε πιθανό νυχτερινό κακό συναπάντημα. Με μια κάποια ελπίδα, τον έσυρα με πείσμα πάνω στο μπράτσο μου. Ούτε πόνος, ούτε αίμα. Ούτε μια τόσο δα χαρακιά. Καθώς κατέβαζα το μανίκι από το πουκάμισο, νομίζω ότι άθελα μου ψέλλισα.. «.. δώσε μου πίσω τη μελανιά!»