Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2009

Τώρα, δίχως λόγο

να ένιωθα τουλάχιστο τον πόνο
κι όμως τραγουδώ στον ίδιο τόνο
οι προσμονές που έτρεφα κρυφά
οι ίδιες προσμονές ραγίζουν τη καρδιά
μα τώρα, δίχως λόγο

να έπαιρνα τουλάχιστο το δρόμο
κι όμως παραμένω από τρόμο
οι άνθρωποι π’ αγάπησα πολύ
οι ίδιοι άνθρωποι μου καίνε τη ψυχή
μα τώρα, δίχως λόγο

να έκανα τουλάχιστο τον φόνο
κι όμως αναβάλλω γι’ άλλο χρόνο
τα όνειρα που είχα στη ζωή
τα ίδια όνειρα μου φτιάχνει η σιωπή
μα τώρα, δίχως λόγο

να έλεγα τουλάχιστο το ψέμα
κι όμως δεν γυρνά πίσω το αίμα
τη θλίψη που αντίκριζα μικρός
την ίδια θλίψη αντικρίζω μοναχός
μα τώρα, δίχως τέρμα

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2009

Κάλεσμα

Ελάτε ψυχούλες μου, ελάτε
να σας μοιράσω απ’ τη στείρα μου αγάπη
να σας χορτάσω σπόρους υπέροχων ονείρων
στο «θα ‘ταν ίσως» να σας πάω
να κλάψετε για χτες στην αγκαλιά μου

Ελάτε ψυχούλες μου, ελάτε
νεκρές να αναστήσουμε στιγμές
επιθυμιές να εγκυμονώ δικές σας
και νέα αδιέξοδα να φκιάσουμε ανώφελα
τον πόνο σας δικό μου να τον κάνω

Ελάτε ψυχούλες μου, ελάτε
να ποτιστώ με άλλοθι
για τ’ άπρακτα που άφησα
να ζήσω τόσο δα απ’ τη ζωή σας

Ελάτε ψυχούλες μου, ελάτε
να φύγετε όλες σας γιομάτες
με άδειες υποσχέσεις και αυταπάτες
χαρούμενες πως δεν συνέβη κάτι

κι εγώ ψυχούλες μου για σας απόψε
δε θα στολιστώ δένδρων κλαδιά και φύλλα
να μην τρομάξουν τα παιδιά που θα ‘ρθουν το πρωί να παίξουν στο παρκάκι

ΥΓ. Κι έτσι σιγά-σιγά και δειλά στην αρχή, άρχισαν να παρουσιάζονται μπροστά στον Τζακ οι ψυχές που ήταν κρυμμένες εκεί γύρω. Άλλες ξεφύτρωναν μέσα από τα μαξιλάρια της πολυθρόνας, πίσω από την κορνίζα στο τζάκι ή μέσα από το χώμα της γλάστρας με την φασολιά. Άλλες σέρνονταν κάτω από τις χαραμάδες από τις πόρτες και άλλες μέσα από τις ρωγμές στους τοίχους, στο πάτωμα και στο ταβάνι. Και στεκόταν μπροστά του όλο απορία. Και τότε ο Τζακ, έβγαζε την καρδιά του και την έσπαγε σε μικρά κομματάκια και τις τάιζε όλες μία-μία. Κι εκείνες μασουλούσαν με λαχτάρα τα κομμάτια της καρδιάς του και γουργούριζαν σαν ευτυχισμένες γατούλες καθώς ο Τζακ συνήθιζε να χαϊδεύει απαλά τα μαλλάκια τους και να τους σιγοτραγουδά γλυκές μελωδίες. Ώσπου μια βραδιά, όταν ήρθαν οι ψυχές, ο Τζακ δεν είχε πια άλλη καρδιά να σπάσει και να τους μοιράσει. Κι οι ψυχές θυμωμένες αγρίεψαν και χίμηξαν όλες μαζί πάνω του μπήγοντας τα κοφτερά τους δόντια και τα γαμψά τους νύχια μέσα στις αδύναμες σάρκες του. Έκοβαν μεγάλα κομμάτια από το κορμί του και το έφτυναν όλο μίσος κατάχαμα. Μέχρι που δεν του άφησαν τίποτα άλλο απάνω του παρά μόνο τα μάτια. Κι ο άμοιρος ο Τζακ, τρομαγμένος από το αναπάντεχο ετούτο γεγονός, βγήκε τρέχοντας έξω από το σπίτι να βρει λίγη παρηγοριά στο σκοτεινό δάσος. Μα μόλις αντίκρισε τ’ αστέρια της νύχτας γύρω του και το κατάλαμπρο φεγγάρι κατάλαβε πως με τα μάτια μόνο δεν θα μπορούσε πλέον να γευτεί τη ζωή, αφού κι αυτά ούτε μια στάλα δάκρυ δεν θα μπορούσαν να στάξουν έτσι που είχε ξεμείνει χωρίς καρδιά. Και σκύβοντας προς τα κάτω άφησε τα δυο του μάτια να κυλήσουν πάνω στο υγρό χώμα. Και εκείνη την ώρα δυο κοράκια που έτυχε να περνάνε από πάνω του, κάνουν μια γρήγορη βουτιά και «χρααπ» και «χρουπ» αρπάζει καθένα τους από ένα μάτι με το ράμφος και «μπλουκκ» τα κάνουν μια χαψιά. Και με δυνατά φτερουγίσματα χάθηκαν μέσα στο σκοτεινό δάσος κρώζοντας χαρωπά για τον αναπάντεχο μεζέ που τους έτυχε βραδιάτικα. Κι έζησαν αυτά καλά κι εμείς καλύτερα.

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2009

Sail away

Με ένα πανί να ξανοιχτώ
ταξίδι δίχως γυρισμό
Να φύγω απ’ όλα, να χαθώ

Να έχω παρέα πειρατές
Να πίνω ρούμι τις βραδιές
Να νιώσω ανήκουστες φωνές

Σε βράχους απάτητους να βγω
γοργόνες πλάνες να ζητώ
στο σπάραγμα τους να αφεθώ

Να σ’ έχω εντός μου σα πληγή
να μη μου φτάνει η ζωή
και να ‘ναι η θάλασσα μικρή

Στα κύματα να απομετρώ
να μου ‘χουν θάνατο υγρό
Να αργοπεθαίνω στον αφρό

Να βλέπω οράματα παλιά
Να μην ξεχνάω τα φιλιά
πως δήθεν σε έχω αγκαλιά

Να μη μιλώ
Να τιμονεύω μοναχά
απάνω στον καιρό