Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2009

Πουλημένη Επανάσταση

Εκτός μίας ή δύο εξαιρέσεων, ποτέ μου δεν έχω αναρτήσει εδώ σε πρώτο πρόσωπο. Ποτέ μου δεν ένιωσα πρωταγωνιστής σε αυτό το θέατρο που ονομάζεται «ζωή». Να όμως που σαν απομένεις μονάχος πάνω στη σκηνή όλα αναγκάζεσαι να τα κάνεις σύμφωνα με το πρωτόκολλο.

Πριν 2-3 χρόνια βρήκα την δύναμη να κάνω την επανάσταση μου. Να κοιτάξω στο καθρέφτη και να μην με φτύσω. Ξέθαψα τον εαυτό μου, πείρα τα καθημερινά, έσκισα κάθε ανάμνηση και γύρισα στην αρχή. Κάμποσα χρονάκια πετάχτηκαν στα σκουπίδια αλλά το έκανα με ευχαρίστηση. «Λύτρωση» το ονόμαζα. Ξανάγινα 16 ετών κι άρχισα και πάλι να ζω, γρήγορα για να με προλάβω.

Κι έφτασα στο σήμερα. Και σταμάτησα να δω την πορεία μου. Σας ορκίζομαι ότι γέλασα πολύ. Αλλά πολύ όμως! Μια ολόκληρη επανάσταση, τόσος πόνος και δάκρυ που έσπειρα μόνο και μόνο για να ξανακάνω πάλι τα ίδια ακριβώς λάθη. Να πατήσω πάνω στα ίδια βήματα και να βρεθώ και πάλι στο ίδιο δίλλημα. Βρε να πάρει, να πάρει, ούτε μια στροφή διαφορετική, ούτε μια ευθεία αλλιώτικη.

Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε εκεί μέσα στην αστεία κατάσταση που βρισκόμουνα και μου ήρθε στο μυαλό μια φίλη από τα παλιά. Να της μιλήσω, κάτι να μου πει εις χάρη των περασμένων στιγμών, να ξεμπλοκάρω. Πως να την βρω μετά τόσα χρόνια; Νόμιζα ότι είχα ξεχάσει και το επώνυμο της αλλά το θυμήθηκα αμέσως μόλις μπόρεσα κάπως να συγκεντρωθώ. Ο τηλεφωνικός κατάλογος δεν βοήθησε. Θα κοιτάξω τα γράμματα της είπα, κάπου εκεί θα είναι το τηλέφωνο της. Α, ναι! Τα γράμματα! Οι μοναδικές αναμνήσεις που κράτησα. Τόσες άχρηστες λέξεις! Τα καημένα τα δέντρα που κόπηκαν για το χαρτί που σπαταλήθηκε. Κατά λάθος άρχιζα να διαβάζω το τελευταίο της γράμμα. Ω! πόσο έκλαψα. Ξεριζώθηκε η ψυχή μου με την αλήθεια που αντίκριζα.

«..Με είχες τρομάξει. Είχες κι ίσως έχεις τον θάνατο στη σκέψη σου πάντα... Απ’ όλα εκείνα έμεινε ένας φόβος... Ούτε κι εσύ θα ξαναγράψεις, ούτε θα τηλεφωνήσεις... Άσε να ζήσω τα όνειρα, τις επιθυμίες μου, τους φόβους μου όπως θέλω εγώ... Ο δρόμος που διάλεξα είναι ανθρώπινος και αν και πολύ γήινος βρίσκομαι στα ουράνια και σε παρακαλώ μη με γκρεμίσεις. Κανείς δεν μπορεί να σκοτώνει άλλων καρδιές μόνο επειδή πληγώθηκε η δικιά του. Αντίο...»

Κι αυτά μου τα ‘λεγε ένα 17χρονο! Μα τόσο έξω είχα πέσει! Τόσο τυφλός ήμουνα! Κάπου έχασα τη μπάλα. Κοίτα να δεις τελικά που όλες οι λέξεις δεν ήταν και τόσο άχρηστες. Κοίτα να δεις, σκέφτηκα, που αυτές οι φράσεις ήταν αυτό που χρειαζόταν για να κάνω την υπέρβαση μου. Να κάνω τελικά αυτό που από τότε έπρεπε να κάνω για να ξεφύγω, μια για πάντα. Να πάρω επιτέλους τη σωστή στροφή. Α! βρε Ι.., ακόμα και μετά από τόσα χρόνια, πάλι μόνο εσύ μου άπλωσες το χέρι.

Μερικοί από εσάς μ’ έχετε γνωρίσει μαζί με το σακούλι που με κουβαλά. Ορισμένοι έχετε δει μόνο την μάσκα που με τα χρόνια κατασκεύασα και φοράω για να γίνω αποδεκτός. Όλοι σας όμως έχετε ακούσει από εδώ την μονότονη κραυγή της ψυχής μου.

Πως με αντέχετε τόσο καιρό!!??
Εγώ με βαρέθηκα.
Κουράστηκα.

Ο ρόλος αυτός με γονάτισε και δεν θα βαδίσω άλλο.



Θεέ, εσύ που όλα έχεις κάνει από χώμα και νερό
κάνε κι εμένα λάσπη, να πάψω να ‘μαι άνθρωπος
{Μίλαν Κούντερα}

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2009

Άσπρες Μπλούζες


Γιατί να κρυφτώ στις γωνίες δεν μπορώ;
Είναι που βρίσκεσαι μέσα τους.

Γιατί το γυαλί το πόνο δεν μου διώχνει;
Αδειάσανε οι κύλινδροι.

Γιατί φύγανε οι φίλοι;
Εσύ τους έδιωξες που θαρρούσες πως δε σ’ αξίζανε.

Γιατί η νύχτα δεν μου μιλάει πια;
Ακόμη δεν σκοτείνιασε.

Γιατί δεν μπορώ ν’ ακούσω τη φωνή μου;
Στερέψαν οι αναστεναγμοί.

Μάνα, θα μεγαλώσω;
Ψηλός θα γίνεις γιέ μου σα τη λεύκα και σα το πλάτανο γερός.

Γιατί το δείλι είναι τόσο φωτεινό;
Το αίμα σου καλέ μου, κοκκίνισε τον ήλιο.

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2009

Scorpions: China White

μερικές φορές μοιάζει η χαρά να μην έχει δρόμο επιστροφής
πολλά αλλάξανε, καλή μου, γιατί δεσπόζει η κακία παντού

μου είπες πως ψάχνεις για ένα τόπο χωρίς μίση
α, καλή μου, η διαφυγή δεν έχει νόημα κανένα

πόσο χρειάζεται, να γίνει η γη ένα φλεγόμενο άστρο
πόσο χρειάζεται, μέχρι να σταματήσουν τους ανόητους πολέμους τους
πόσο χρειάζεται, μέχρι να καταλάβουμε όλοι μας
ότι πρέπει να γεμίσουμε πάλι τις καρδιές μας με αγάπη

το μόνο μέλλον που μας απομένει είναι το σήμερα
ας μην χάσουμε την ευκαιρία , καλή μου, ενόσω η γη ακόμα γυρίζει

πόσο χρειάζεται, να γίνει η γη μια φλεγόμενη μπάλα
πόσο χρειάζεται, μέχρι να παύσει η ζωή στον πλανήτη
πόσο χρειάζεται, μέχρι να καταλάβουμε όλοι μας
ότι πρέπει να γεμίσουμε πάλι τις καρδιές μας με αγάπη

μόνο εσύ μπορείς
να πολεμήσεις τη κακία μέσα σου
μόνο εσύ μπορείς
όσο πιο πολύ αγάπη σκορπάς, τόσο πιο πολύ βρίσκεις



sometimes it seems the good times, never will return
a lot has changed, babe, 'cause evil rules the world

you said you're looking for a place where there's no hate
Oh, babe, it really makes no sense to escape

how long will it take to make the world a flaming star
how long will it take till they stop their senseless wars
how long will it take till everybody will understand
that we need, That we need to fill our hearts with love again

the only future we've got exists right now
let's take the time, babe, as long as the world is turning 'round

how long will it take to make the earth a fireball
how long will it take till no more life exists at all
how long will it take till everybody will understand
that we need, that we need to fill our hearts with love again

it's up to you
to fight the evil in your mind
it's up to you
the more love you give, the more you'll find
the more love you give, the more you'll find

it's up to you
to fight the evil in your mind
it's up to you
the more love you give, the more you'll find
the more love you give, the more you'll find

yeah, yeah
don't make the world a flaming star
stop, stop all these senseless wars
how long will it take till everybody will understand
that we need, that we need to fill our hearts with love again

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2009

Culture: I Tried

Παρακαλώ Σε Θεέ
να διακρίνουν οι άνθρωποι το καλό απ’ το κακό
να αλλάξουν την κακία τους με τον Λόγο Σου

Προσπάθησα, ξανά και ξανά και ξανά
να τους κάνω να καταλάβουν
Προσπάθησα και πάλι προσπάθησα, ξανά και ξανά
αλλά απλά δεν μπορούν

Όση περισσότερη η τιμωρία πάνω τους
τόσο πιο ανόητοι γίνονται
Όσο περισσότερα τα βάσανα πάνω τους
τόσο λιγότερο εκτιμούν τον Κύριο
Και προσπαθώ να τους κάνω να καταλάβουν
μα όσο κι αν προσπαθώ Κύριε
απλά δεν μπορούν

Το ένα τους γελοιοποιεί
Το άλλο τους εξαπατά
Τι να ψάχνουν άραγε
Φτιάξου και ετοιμάσου να συναντήσεις τον Θεό
κι αυτό θα είναι αρκετό

Προσπαθήστε να καταλάβετε τι σημαίνει..



Oh, I pray Jah, people to know good from evil
and turn from their wickedness onto Your word

I tried and I tried and I tried and I tried
to make them understand
I tried and I tried and I tried and I tried
but they just can't understand
I tried and I tried and I tried
to make them understand
I tried and I tried and I tried and I tried
but they just can't understand

The more penalization is up on their back
the more foolish they become(s)
The more victimization is up on their backs
they satisfy Lord for less
But I try, I try
to make them understand
I try
but they just can't understand

The more penalization is up on their back
the more foolish they become(s)
The more victimization is up on their back
they satisfy Lord for less
I try
to make them understand
I try, oh Lord though I try
but they just can't understand

Ah, ah, ah
Oh Jah
Oh people

This one turn them fool
the other one turn them fool
what are they looking for
Fix(ed) up yourself and prepare to meet Jah
and that will satisfy for more

Ah, ah
People try to understand what is like

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2009

μέσα-έξω στον τεκέ
ψάχνω για τον ναργιλέ
να τραβήξω, να πατήσω
και χασίσι να καπνίσω

να τον έσπασα χθες βράδυ
στην μαστούρα μου την μαύρη;
να τον πέταξα στον δρόμο
μη με πιάσουν που ‘χα φόβο;

τώρα έμεινα χωρίς
ναργιλέ κι ‘ναι νωρίς
τι θα γίνει σα βραδιάσει
και η τρέλα μου με πιάσει;

μάγκας δίχως ναργιλέ
μάγκας μ’ αδειανό τεκέ
τέτοιος μ’ έπιασε νταλκάς
κι έγινα κι εγώ ροκάς

μάγκας έγινα από σπόντα
και ροκάς από ανάγκη
για την πλάκα βγήκαν βόλτα
και μας πήρανε φαλάγγι


μ’ έφερε ο κόσμος τούμπα
μόλις έκανα τη μπούκα
συμβιβάστηκα κι εγώ
δε ρωτώ και δε μιλώ

τι να πω και τι να κάνω;
με τι τώρα θα γουστάρω;
θα γυρίσω στο βελόνι
ηρωίνη με το ζόρι

έτσι την παθαίνουν όλοι
οι μαγκίτες μεσ’ τη πόλη
για μια τζούρα ξεκινάνε
φεύγουνε και δε γυρνάνε

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2009

(Τελική) Προσωπική Αναμέτρηση

μητέρα, ένιωσα πολύ τον πόνο και τη πίκρα
αυτά μονάχα έζησα, τη θλίψη μόνο ξέρω
ποτέ μου δεν τους ζήτησα κι ότι δίνουν παίρνω
ανθρώπους σαν εμένα γύρεψα αλλά δεν βρήκα

πατέρα, θα ‘θελα πολύ σοφός να μεγαλώσω
να έχω φήμη ξακουστή, γεμάτος να γεράσω
μα νιώθω σαν να ήρθα τη ζωή να προσπεράσω
κυλούν τα χρόνια κι εγώ ελπίδες θα παλιώσω

καλέ μου αδερφέ, στεκόσουν δίπλα μου προστάτης
εσέ να φτάσω ήθελα και πέρα να κοιτάξω
φτερούγες άνοιξα στον ουρανό σας να πετάξω
μα δείλιασα στον ύψος σας κι έφυγα αποστάτης

αγάπη μου, δεν ήτανε γραφτό να σ’ αντικρύσω
σε έχασα στη μέθη μου της βραδινής σπατάλης
μου έφευγες το χάραμα στο θάμπος της αιθάλης
μακάρι να γινότανε ξανά να σ’ αγαπήσω

αστείε εαυτέ, μην ψάχνεις κάτι να ταιριάζει
παρασυρθήκαμε οικτρά στον κόσμο μας μονάχοι
ως είμαστε οι μόνοι στην αρένα μονομάχοι
θανατικό ο ένας για τον άλλο ετοιμάζει

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2009

Αιώνιο Χάος: Η πορεία

κι έτσι λοιπόν θα φτάσουμε
στους τόπους, τόσο που ζητάμε
χρόνους πολλούς που κυνηγάμε
πορεία τέτοια που χαράσσουμε


στο πρώτο καφενείο που θα βρούμε
θα κάτσουμε και πάλι στο πιοτό
όταν πια κέφι φτιάξουμε καλό
σε κλίνες κόκκινες θα στριμωχτούμε

με κείνα τα κορίτσια θα περάσουν
τα όμορφα σαν να ‘ταν μια στιγμή
άγνωστη στάση θα ‘ναι η ζωή
οι πόνοι όλοι θα μας προσπεράσουν

στη νύχτα πίσω, έξω στην αιθάλη
θα μείνουμε για πάντα σιωπηρά
έρωτες που ‘χαμε, μες τη πυρά
ανώφελα θα πεταχτούνε πάλι

οϊμέ!
πολλά τα λάθη μας μα είναι κρίμα
που βράδιασε πριν μας ξημερωθεί
τίποτα δεν θα μας εκπληρωθεί
οι μέρες μας πνιγήκανε στο κύμα

α! τι ωραία! χάθηκε το γέλως
μονάχα η σκιά μας αλυχτά
δούλε της μοίρας κρύψε στη νυχτιά
το όνειρο που δάκρυζα στο τέλος

κι έτσι λοιπόν εφτάσαμε
στους τόπους, τόσο που ζητάμε
χρόνους πολλούς που κυνηγάμε
πορεία τέτοια που χαράσσαμε

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2009

μα γιατί..

πρέπει στο κύμα
σε αφρό να ξεψυχά
όταν τόσο μ’ έσυρε
σ’ ονείρου αυταπάτη

τα δέντρα σας κιτρίνισαν
και κρεμασμένα πτώματα
χάσκουν τα άλλοτε κλαδιά τους

οι νύχτες γίναν πνιγερές
και χάσανε την λάμψη

εγώ..

μήτε δυο στίχους δεν μπορώ
να βρω να σας δωρίσω
μήτε αγκαλιά δεν έχω πια
μέσα της να σας κλείσω

τα μάτια μου χαμήλωσαν
και η ψυχή μου σβήνει
που χάνω τη καρδιά σας

πονώ πολύ σαν σας κοιτώ
να γίνεστε ανθρωπάκια

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2009

Καρδιά που αγάπησε στ’ αλήθεια



Σπατάλησε τον έρωτα σ’ ένα μόνο θάνατο
και πλέον δεν της έμεινε μια στάλα ν’ αγαπήσει
Η μοίρα τόσο ανύποπτα την έχει στιγματίσει
της άφησε αντάλλαγμα τη θλίψη και τον κάματο

Τα χρόνια δεν της έβγαλαν κείνο το πρώτο βέλος
και οι χαρές που προσπερνούν είναι σα μοιρολόι
Της χάραξα δύο γραμμές να μοιάζουν με ρολόι
αντίθετα να την μετρούν, με χτύπους προς το τέλος

Κι όταν κοιτάζει τα λεπτά τον τοίχο να τρυπάνε
νιώθει να την τρυπά η ζωή μ’ ένα καρφί ασημένιο
κι έχει στα χείλη πυρετό και η ψυχή πονάει

Μα έχουνε μείνει δυο λεπτά που τη στιγμή μετράνε
κι αυτό το βλέμμα το υγρό στο χώμα καρφωμένο
να ζήσει ακόμα μια φορά το σώμα αναζητάει


(Λάκης Θλιμμένος - Μαρία Νικολάου)

Κυριακή 16 Αυγούστου 2009

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2009

Ρίξτε μου μπάσο


Τον ναργιλέ μου δεν τον θες, το μαύρο μου αρνιέσαι
πες μου λοιπόν για που το πας και άσχημα ξηγιέσαι

Θα φύγεις λες και απειλείς, μα βρες μου τι να κάνω
θα πάρω σβάρνα τα βουνά, μονάχος να φουμάρω

Ρίξε μου μπάσο, ρίξε μου
Τσιγάρο φίνο στρίψε μου

Ο ναργιλές χτυπά βαρύς, στο χάρο σε δικάζει
μ’ ανακουφίζει τη ψυχή και διώχνει το μαράζι

Τζουράρω μαύρο περσικό μ’ αράπικο χαρμάνι
και της καρδιάς πικρό καημό, μαστούρα θα γλυκάνει

Ρίξε μου μπάσο, ρίξε μου
Τσιγάρο φίνο στρίψε μου

Τον ναργιλέ μου που πατώ, το μαύρο που φουμάρω
τα ‘χω για φίλους και γι’ αυτό την κάπνα τους γουστάρω

Ρίξτε μου μπάσο, ρίξτε μου
Τσιγάρο φίνο στρίψτε μου

Τρίτη 11 Αυγούστου 2009

Μορφή μελλοθανάτου

Ξεκοιλιασμένες στροφές
στο μάγγανο του πικ-απ
Μουσικές παρεκτροπές
από βελόνες στέρεο για τσεκ-απ

Κόντρες στη χαμένη λεωφόρο
με μηχανή το παρελθόν
σαν έναν άληκτο φόρο
στο εκπρόθεσμο μέλλον

Φλέβες με ηρωίνη μπουχτισμένες
που αντέχουν άλλη μία ηδονή
Όνειρα και ελπίδες παρατημένες
σαν σε έρημο μοναχική φωνή

Έρωτας για κείνη, πλαισιωμένος
με μίσος για τον δικό της κόσμο
Διαμαντένιος ουρανός, αφιερωμένος
στης καρδιάς τον μακρύτερο βυθό

Ανωμάλου αγώνα δρόμος
με τέρμα άκρη γκρεμού
πρώτη φορά θα ‘ναι ο μόνος
νικητής, η μορφή του μελλοθάνατου


{19 Φεβ 1984}

Κυριακή 9 Αυγούστου 2009

Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου

Ακίνητος που στέκω, περνούν από μπρος μου αλυσοδεμένες συνειδήσεις, κουρελιασμένες. Επιχειρηματίες μέσα σε Mercedes. Γυμνά πλαδαριασμένα υποδείγματα συζύγων δίπλα σε αγορασμένα νεανικά κορμιά.

Με προσπερνούνε χρώματα και εικόνες, πρόσωπα και μυρωδιές, ξένες και οικείες. Ατέλειωτα λόγια. Πολλές νύχτες, λυτρωτικές και καταδικαστικές. Ελάχιστα πρωινά.

Περνάς κι εσύ όποτε σου ταιριάξει. Με κοιτάς και με θρυμματίζεις κάθε φορά σε άπειρα κομμάτια γυαλιού.

Κι έρχονται μετά αυτά τα ματωμένα παιδικά χεράκια να με ξαναφτιάξουν από την αρχή. Κομμάτι-κομμάτι νιώθω το αίμα τους να με ανασυγκροτεί καθώς ρέει καυτό ανάμεσα στις ρωγμές μου. Και ποτέ μου δεν κατάλαβα εάν εγώ τα μάτωσα ή από πάντα ματωμένα ήταν.

Δεν το αντέχω άλλο. Το ακούς, δεν το αντέχω άλλο να με κοιτάς.

Μια μέρα, σου το λέω, μια μέρα θα βγάλω μάτια και σα περάσεις, κατάματα θα σε κοιτάξω. Να δούμε τον πόνο πως θα τον αντέξεις.. όταν θα σπάσεις, πάλι τον ίδιο που θα σε ξανασυνθέτουνε.

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2009

Ένας άνθρωπος που έγινε νησί - Πυξ Λαξ


Είμαι ένας άνθρωπος που έγινε νησί
Πρόσωπο αστείο σαν το δικό σου
Ταξιδεύω μαζί σου όπως και συ
και σκέφτομαι με το μυαλό σου

Είμαι ένας άνθρωπος που έγινε νησί
Πληροφορούμαι μαζί με σένα
Ζω μέσα απ τη δικιά σου ζωή
και έχω τα χρόνια μου δεμένα


Ακούμπησα το γυάλινο κόσμο και ξέχασα
Λέω να κρυφτώ αν προλαβαίνω
Δεν ξέρω αλήθεια πόσα έχασα
ούτε τι να περιμένω

Είμαι ένας άνθρωπος που έγινε νησί
Το αίμα μου δείχνω στις ειδήσεις
Πουλάω ένα χρώμα όπως και εσύ
και αγοράζω αναμνήσεις

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2009

Ανάξιε στιχουργέ




Τους στίχους πέτα τους και πάρε το μαχαίρι
Στροφές αδέσποτες ξερνάς, δεν έχουν ταίρι

Κανείς δε σ’ ένιωσε, αυλαία που έχεις πέσει
Χωρίς αξία είσαι ‘δω, δεν έχεις θέση

Αιθέρα μύρισε στο χάρο να ξυπνήσει
να έρθει μια νυχτιά την πόρτα να χτυπήσει

Άνοιξε, βάλε τον να πιει και μέθυσε κι εσύ
Σκότωσε, άνοιξε φτερά και φύγε απ’ τη ζωή

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2009

Τώρα, δίχως λόγο

να ένιωθα τουλάχιστο τον πόνο
κι όμως τραγουδώ στον ίδιο τόνο
οι προσμονές που έτρεφα κρυφά
οι ίδιες προσμονές ραγίζουν τη καρδιά
μα τώρα, δίχως λόγο

να έπαιρνα τουλάχιστο το δρόμο
κι όμως παραμένω από τρόμο
οι άνθρωποι π’ αγάπησα πολύ
οι ίδιοι άνθρωποι μου καίνε τη ψυχή
μα τώρα, δίχως λόγο

να έκανα τουλάχιστο τον φόνο
κι όμως αναβάλλω γι’ άλλο χρόνο
τα όνειρα που είχα στη ζωή
τα ίδια όνειρα μου φτιάχνει η σιωπή
μα τώρα, δίχως λόγο

να έλεγα τουλάχιστο το ψέμα
κι όμως δεν γυρνά πίσω το αίμα
τη θλίψη που αντίκριζα μικρός
την ίδια θλίψη αντικρίζω μοναχός
μα τώρα, δίχως τέρμα

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2009

Κάλεσμα

Ελάτε ψυχούλες μου, ελάτε
να σας μοιράσω απ’ τη στείρα μου αγάπη
να σας χορτάσω σπόρους υπέροχων ονείρων
στο «θα ‘ταν ίσως» να σας πάω
να κλάψετε για χτες στην αγκαλιά μου

Ελάτε ψυχούλες μου, ελάτε
νεκρές να αναστήσουμε στιγμές
επιθυμιές να εγκυμονώ δικές σας
και νέα αδιέξοδα να φκιάσουμε ανώφελα
τον πόνο σας δικό μου να τον κάνω

Ελάτε ψυχούλες μου, ελάτε
να ποτιστώ με άλλοθι
για τ’ άπρακτα που άφησα
να ζήσω τόσο δα απ’ τη ζωή σας

Ελάτε ψυχούλες μου, ελάτε
να φύγετε όλες σας γιομάτες
με άδειες υποσχέσεις και αυταπάτες
χαρούμενες πως δεν συνέβη κάτι

κι εγώ ψυχούλες μου για σας απόψε
δε θα στολιστώ δένδρων κλαδιά και φύλλα
να μην τρομάξουν τα παιδιά που θα ‘ρθουν το πρωί να παίξουν στο παρκάκι

ΥΓ. Κι έτσι σιγά-σιγά και δειλά στην αρχή, άρχισαν να παρουσιάζονται μπροστά στον Τζακ οι ψυχές που ήταν κρυμμένες εκεί γύρω. Άλλες ξεφύτρωναν μέσα από τα μαξιλάρια της πολυθρόνας, πίσω από την κορνίζα στο τζάκι ή μέσα από το χώμα της γλάστρας με την φασολιά. Άλλες σέρνονταν κάτω από τις χαραμάδες από τις πόρτες και άλλες μέσα από τις ρωγμές στους τοίχους, στο πάτωμα και στο ταβάνι. Και στεκόταν μπροστά του όλο απορία. Και τότε ο Τζακ, έβγαζε την καρδιά του και την έσπαγε σε μικρά κομματάκια και τις τάιζε όλες μία-μία. Κι εκείνες μασουλούσαν με λαχτάρα τα κομμάτια της καρδιάς του και γουργούριζαν σαν ευτυχισμένες γατούλες καθώς ο Τζακ συνήθιζε να χαϊδεύει απαλά τα μαλλάκια τους και να τους σιγοτραγουδά γλυκές μελωδίες. Ώσπου μια βραδιά, όταν ήρθαν οι ψυχές, ο Τζακ δεν είχε πια άλλη καρδιά να σπάσει και να τους μοιράσει. Κι οι ψυχές θυμωμένες αγρίεψαν και χίμηξαν όλες μαζί πάνω του μπήγοντας τα κοφτερά τους δόντια και τα γαμψά τους νύχια μέσα στις αδύναμες σάρκες του. Έκοβαν μεγάλα κομμάτια από το κορμί του και το έφτυναν όλο μίσος κατάχαμα. Μέχρι που δεν του άφησαν τίποτα άλλο απάνω του παρά μόνο τα μάτια. Κι ο άμοιρος ο Τζακ, τρομαγμένος από το αναπάντεχο ετούτο γεγονός, βγήκε τρέχοντας έξω από το σπίτι να βρει λίγη παρηγοριά στο σκοτεινό δάσος. Μα μόλις αντίκρισε τ’ αστέρια της νύχτας γύρω του και το κατάλαμπρο φεγγάρι κατάλαβε πως με τα μάτια μόνο δεν θα μπορούσε πλέον να γευτεί τη ζωή, αφού κι αυτά ούτε μια στάλα δάκρυ δεν θα μπορούσαν να στάξουν έτσι που είχε ξεμείνει χωρίς καρδιά. Και σκύβοντας προς τα κάτω άφησε τα δυο του μάτια να κυλήσουν πάνω στο υγρό χώμα. Και εκείνη την ώρα δυο κοράκια που έτυχε να περνάνε από πάνω του, κάνουν μια γρήγορη βουτιά και «χρααπ» και «χρουπ» αρπάζει καθένα τους από ένα μάτι με το ράμφος και «μπλουκκ» τα κάνουν μια χαψιά. Και με δυνατά φτερουγίσματα χάθηκαν μέσα στο σκοτεινό δάσος κρώζοντας χαρωπά για τον αναπάντεχο μεζέ που τους έτυχε βραδιάτικα. Κι έζησαν αυτά καλά κι εμείς καλύτερα.

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2009

Sail away

Με ένα πανί να ξανοιχτώ
ταξίδι δίχως γυρισμό
Να φύγω απ’ όλα, να χαθώ

Να έχω παρέα πειρατές
Να πίνω ρούμι τις βραδιές
Να νιώσω ανήκουστες φωνές

Σε βράχους απάτητους να βγω
γοργόνες πλάνες να ζητώ
στο σπάραγμα τους να αφεθώ

Να σ’ έχω εντός μου σα πληγή
να μη μου φτάνει η ζωή
και να ‘ναι η θάλασσα μικρή

Στα κύματα να απομετρώ
να μου ‘χουν θάνατο υγρό
Να αργοπεθαίνω στον αφρό

Να βλέπω οράματα παλιά
Να μην ξεχνάω τα φιλιά
πως δήθεν σε έχω αγκαλιά

Να μη μιλώ
Να τιμονεύω μοναχά
απάνω στον καιρό

Τρίτη 30 Ιουνίου 2009

Light my fire - The Doors



Ψες ξέμεινα να τριγυρνώ άσκοπα στην παραλία. Το βουητό της πόλης είχε προ-πολλού κοιμηθεί. Μόνο το υπόκωφο βογκητό των μηχανών του πλοίου της γραμμής θα μπορούσες ίσως να αφουγκραστείς από μακριά. Ο απογευματινός νοτιάς είχε κοπάσει. Το μόνο που γευόσουν ήταν το ανάλαφρο χάϊδεμα των κυμάτων στην ακρογιαλιά και την ανάσα των πεύκων. Η βραδινή υγρασία την άπλωνε πάνω μου σαν άρωμα.

Προσπάθησα να μετρήσω τα βήματα μου και ούτε που ήξερα πως και γιατί βρέθηκα εδώ. Έμοιαζαν αιώνες πριν όταν ξεκίνησα. Ήταν όμορφα και ήθελα μαζί σου να το μοιραστώ. Ένα τσιγάρο κρέμασα στα χείλη μου. Από ώρα το είχα εκεί σαν να ήταν το τελευταίο μου. Μέσα στην παλάμη μου έπαιζα τον αναπτήρα σου. Εκείνον τον μωβ, αυτόν που με τον δικό μου σου αντάλλαξα. Τώρα συνειδητοποιώ ότι και οι κορδέλες στις κηδείες έχουν χρώμα μωβ.

Για άλλη μια φορά προσπάθησα μάταια να τον ανάψω. Το βίαιο ξύσιμο της πέτρας του ηχούσε παράφωνα μέσα στην μελωδία που έφτιαχνε η θάλασσα. Οι σπίθες του αντιφέγγιζαν ανώφελα μπροστά στο απέραντο φως των αστεριών. Απογοητευμένος έκανα να τον πετάξω στα βράχια παραπέρα μα τελικά τον έχωσα πίσω στην τσέπη μου ελπίζοντας δεν ξέρω κι εγώ τι.

Το τσιγάρο είναι ακόμα κρεμασμένο στα χείλη μου, σβηστό.
Come on baby, light my fire..

ΥΓ. Τελικά τον αναπτήρα σου τον πέταξα στον πρώτο κάδο σκουπιδιών που βρήκα μπροστά μου. Δεν τον χρειάζομαι πλέον για να σε θυμίζει. Σ’ έχω για πάντα μέσα μου.

Τρίτη 23 Ιουνίου 2009

Going Under - Rocker's HiFi



Ψιχαλίτσες παιχνιδίζουν
στο γυαλί του παραθύρου
Στη νύχτα της η πόλη με καλεί
με υποσχέσεις ηδονών και ευτυχίας

Είναι λάθος, τόσο λάθος
μα τ’ αποζητώ
για να δικαιωθώ

Με κατάφερες και πάλι τώρα
να βαδίζω στο πεζοδρόμιο
να μιλώ, να κινούμαι, να κοιτάζω
να στέκω
να βρωμίζω σα σκυλί
να ουρλιάζω

Οι ψιχάλες επιμένουν τώρα
στο πρόσωπο μου σαν σε τσίγκο να ηχούν
Καθεμιά τους με μαρκάρει,
φανερώνει ποιος στ’ αλήθεια είμαι
.. δεν με νοιάζει πλέον..

Με κατάφερες και πάλι τώρα
να βαδίζω για τα μπαρ
Να κοιτάζω μέσα απ’ τα χαμόγελα
Καθένα κι ένας φίλος
Κι όμως ούτε ένας

Κι μου ‘ναι τόσο, μα τόσο δύσκολο
γιατί φτιάχνω όνειρα μύρια μεσ’ τη νύχτα
και μετά ξυπνώ
εκλιπαρώντας η ψυχή να λυτρωθεί
απ’ το κενό
τον ασθμαίνοντα έρωτα
απ’ τη φρενήρη τούτη

Κι είναι τόσο λάθος..

Τώρα που ‘φτασε η μέρα
και οι παρέες τρέχουνε στο σπίτι
(σα να τους έλειψε η μοναξιά),
άσε με έξω να στεγνώσω

Φτιάξε και για μένα μια γραμμή,
ψέματα δεν θα σου πω
«Είναι η απόγνωση που με στέλνει»
και οι ψιχάλες πάνω μου χτυπούνε
Δεν το βλέπεις;
Βουλιάζω.. δίχως γυρισμό
Υποκύπτω.. δίχως γυρισμό.

Ψιχαλίτσες παιχνιδίζουν
στο γυαλί του παραθύρου
Το πρωινό μου γνέφει πίσω στο κρεβάτι
Άκου τι μου λέει:
«Βουλιάζεις.. δίχως γυρισμό»

Κάθε νιφάδα ζωής
μεσ’ τις φλέβες μου που ρέει
μου τσακίζει το μυαλό
«Πάρα πολύ κόκα»

Ψιχαλίτσες παιχνιδίζουν
στο γυαλί του παραθύρου
Στης πόλης τα φώτα η νύχτα με καλεί
για να μου πάρει κάθε δίκιο

Αμέτρητα τα φώτα στην πόλη λάμπουν
Καθένα και μια ηδονή, μια ευχαρίστηση

Είναι λάθος, τόσο λάθος
μα το αποζητώ
Σε ικετεύω.. ας είσαι αληθινή!
Αμφιβολία δεν υπάρχει
Βουλιάζω.. δίχως γυρισμό