Τρίτη, 31 Μαρτίου 2009

Γιάννης και Μαρία

Τέτοια αμηχανία δεν την περίμενε ο Γιάννης. Άλλα ήθελε να πει και άλλα ξεστόμιζε. Όλα χαζά και καθημερινά. Τα επαναλάμβανε κάθε τόσο και κάθε φορά αισθανόταν όλο και πιο ανόητος. Μην μπορώντας να κάνει διαφορετικά, ξεσπούσε σε γέλια. Δεν το περίμενε να ήταν έτσι αυτή η πρώτη συνάντηση κι ας την σχεδίαζαν μήνες τώρα. Όλα όσα είχε σκεφτεί απλώς δεν του ερχόταν στο μυαλό και όσα ερχόταν δεν ταίριαζαν με καμία δύναμη.

Δεν ήταν όμως μόνος, και η Μαρία απέναντι του, κάπως έτσι ένιωθε. Κι εκείνη έβλεπε όλες τις λέξεις που είχε ζωγραφίσει τις τελευταίες βδομάδες, να διαλύονται πάνω στον καμβά προτού προλάβει να τις κάνει φράση. Χαμογελούσε κι εκείνη άθελα της ελπίζοντας στο μεσοδιάστημα να ξαναβρεί την χαμένη παλέτα των χρωμάτων.

Με γέλια και ανόητη κουβέντα πέρασαν πάνω από δύο ώρες μέσα σε εκείνο το μέτριας διακόσμησης Café μέχρι να συνειδητοποιήσουν ότι είχε αρχίσει να βραδιάζει και έπρεπε να πάρουν το Μετρό για το θέατρο που η Μαρία είχε βγάλει εισιτήρια από τον προηγούμενο μήνα. Σε όλη τη υπόλοιπη διαδρομή μέχρι τα καθίσματα του θεάτρου η συζήτηση επέμενε να κινείται σε παρόμοιο μοτίβο. Όταν άρχισε η παράσταση και οι δυο τους ανασάνανε με ανακούφιση. Επιτέλους, για μιάμιση ώρα θα έχουν δικαιολογία να κρατήσουνε το στόμα τους κλειστό.

Μετά το θέατρο, είχανε κλείσει τραπέζι σε ένα αρκετά καλό εστιατόριο. Ευτυχώς τα πράγματα άρχισαν να γίνονται καλύτερα μετά το πρώτο ποτήρι κρασιού. Τα μάτια τους άρχισαν να λένε περισσότερα από κάθε άλλη φορά. Στα κρυφά και διστακτικά στην αρχή, άρχισαν για πρώτη φορά να αγγίζει ο ένας τον άλλο. Η Μαρία οδηγούσε και ο Γιάννης ακολουθούσε χωρίς να φέρνει καμία αντίσταση. Δεν άργησαν να κρατιούνται με χέρια σφιχτά και απλώς να κοιτάζονται στα μάτια αμίλητοι. Κάποια στιγμή ο Γιάννης έσκυψε και φίλησε με όλη του την τρυφερότητα το κατακόκκινο μάγουλο της Μαρίας. Ήταν η πρώτη φορά που ο Γιάννης έπαιρνε πρωτοβουλία και η Μαρία κλείνοντας τα μάτια παραδόθηκε σ’ αυτό το αναπάντεχο χάϊδεμα από τα χείλη του. Όταν τα άνοιξε είδε με τρόμο ένα δάκρυ να κυλά από τα μάτια του Γιάννη. Του χαμογέλασε κι άφησε κι εκείνη ένα διαμάντι να στάξει από τα δικά της μάτια.

Ξέρανε κι οι δυο τους ότι αυτές οι στιγμές δεν επρόκειτο να επαναληφθούν. Ο Γιάννης, Πελοποννήσιος στην καταγωγή, ήταν εφοριακός υπάλληλος σε μια κωμοπόλη της Κρήτης. Ζούσε μόνος του, εδώ και χρόνια, συντηρώντας την μητέρα του με την οποία ήταν εξαιρετικά δεμένος. Ίσως αυτός να ήταν και ο λόγος που δεν είχε παντρευτεί όλο αυτό το διάστημα. Εφήμερες σχέσεις πολλές αλλά καμία δεν άξιζε τόσο όσο να εγκαταλείψει τη μάνα του. Αυτό το ταξίδι στην Αθήνα για να συναντήσει την Μαρία ήταν γι’ αυτόν πολύ μεγάλη απόφαση. Μετά από ένα νεανικό αποτυχημένο φλερτ, ο Γιάννης δεν είχε μάτια για άλλη γυναίκα. Είχε νιώσει τον έρωτα σε όλο του το μεγαλείο και δεν μπόρεσε καμία άλλη κοπέλα να τον συγκινήσει σε αυτό το βαθμό. Μονάχα με την Μαρία ένιωσε παρόμοια ρίγη. Την είχε γνωρίσει τυχαία σε ένα από τα chatroom του διαδικτύου πριν από ενάμιση χρόνο και σιγά-σιγά αυτή η γνωριμία εξελίχθηκε σε κάτι παραπάνω, ή τουλάχιστο έτσι ήλπιζε.

Η Μαρία, δύο μόλις χρόνια μεγαλύτερη του Γιάννη, ήταν απόφοιτη ενός ΙΕΚ αισθητικής. Ποτέ όμως δεν μπόρεσε να δουλέψει πραγματικά σε αυτό που σπούδασε. Είχε μια πολύ άσχημη εμπειρία στην πρώτη της δουλειά και απογοητεύτηκε από τον χώρο του επαγγέλματος της. Δούλευε περιστασιακά σαν γραμματέας σε ένα δικηγορικό γραφείο. Όταν γνωρίστηκε με τον Γιάννη, περνούσε την χειρότερη περίοδο της ζωής της. Ένας αποτυχημένος αρραβώνας συνοδευμένος από μια έκτρωση. Είχε χάσει τον κόσμο κάτω από τα πόδια της όταν το χέρι του Γιάννη απλώθηκε και την άρπαξε. Μαζί του μπόρεσε να ορθοποδήσει και άρχισε να βλέπει την ζωή και τους άντρες με άλλο μάτι. Είχε αρχίσει μάλιστα να πιστεύει σ’ αυτή τη ψηφιακή σχέση με τον Γιάννη και έκανε όνειρα για μια ζωή δίπλα του.

Όμως εκείνο το βράδυ τόσο ο Γιάννης όσο και η Μαρία ένιωθαν ότι τα πράγματα δεν ήταν έτσι όπως τα φανταζόταν και τα έπλαθαν μέσα από τις οπτικές ίνες των modem τους. Τα είχανε συζητήσει πολλές φορές με κάθε δυνατό τρόπο που πρόσφερε η τεχνολογία. Είχανε ψάξει προσεκτικά και με τις ώρες καθεμία παράμετρο των συνθηκών και των αισθημάτων τους αλλά κάθε φορά τους έλειπε ένα βασικό κομμάτι του παζλ. Δεν είχανε ποτέ συναντηθεί και ξέρανε πολύ καλά πως "έρωτας με τα χαιρετίσματα δεν φτουράει". Ο Γιάννης δεν μπορούσε να φύγει από την Κρήτη και λόγω δουλειάς αλλά και λόγω της μητέρας του που ήθελε να βρίσκεται κοντά στον νεκρό, εδώ και δύο σχεδόν δεκαετίες, σύζυγο της. Η Μαρία από την άλλη, δεν ήταν δυνατό να πείσει τους αυστηρών αρχών γονείς της να την επιτρέψουν να ζήσει με κάποιον «άγνωστο» σε άλλο τόπο, ειδικά μετά το κάζο που πήραν με την τελευταία της επιλογή. Όλα ορθώνονταν πελώρια εμπόδια μπροστά τους και ήλπιζαν ότι εάν συναντιόταν θα γινόταν αυτό το κλικ μέσα τους και όλα θα μπορούσαν να τα υπερβούν.

Κλικ όμως δεν ένιωσαν. Είχαν απέραντη αγάπη ο ένας για τον άλλο αλλά όχι αυτό το κάτι παραπάνω να σε βγάζει εκτός λογικής. Αλλιώς ήταν η Μαρία από την webcamera κι αλλιώς την έβλεπε σήμερα ο Γιάννης. Άλλα έλεγε κι έγραφε ο Γιάννης στο MSN και άλλα άκουγε από το στόμα του η Μαρία κι ας χρησιμοποιούσε τις ίδιες ακριβώς λέξεις. Άλλου είδους άνοιξη περιμένανε κι άλλη τους ήρθε. Άνοιξη ήταν, δεν μπορούσαν να το αρνηθούν αλλά όχι με αυτές τις ευωδιαστές μυρωδιές που προσμένανε. Η χημεία τους τελικά δεν μπορούσε να δέσει το γλυκό κι ας ξέρανε πως δεν ήταν η χημεία αλλά η απόσταση που τους χώριζε.

Το υπόλοιπο της βραδιάς το πέρασαν σε ένα ήσυχο μπαράκι μιλώντας για τον έρωτα τους. Τον έρωτα που ενώ τον ένιωθαν κάνανε ότι μπορούσαν για να τον μηδενίσουν. Ξέρανε πως δώδεκα ώρες μιας ημέρας δεν ήταν αρκετές για να πειστούν τα κορμιά τους στο σημείο που είχαν δεθεί οι καρδιές τους. Δεν είχε ξημερώσει καλά-καλά ακόμα όταν βρέθηκαν να αποχαιρετούνε ο ένας τον άλλο. Ο Γιάννης είχε το ταξίδι της επιστροφής και η Μαρία έπρεπε να είναι στο σπίτι όταν θα γύριζαν οι γονείς της από την καθιερωμένη τους επίσκεψη σε ένα μοναστήρι στην Εύβοια. Αυτή τη φορά ήταν η Μαρία που φίλησε τον Γιάννη. Ένα καυτό φιλί στα χείλια. Μόλις το δεύτερο της συνάντησής τους.

Το επόμενο διάστημα και σταδιακά, η ψηφιακή επικοινωνία τους αραίωνε μέχρι που για μια ανόητη αφορμή σταμάτησαν να μιλούν. Μετά από κάποιο διάστημα, η Μαρία παντρεύτηκε τελικά αυτόν που διάλεξαν για εκείνη οι γονείς της και απέκτησε ένα κοριτσάκι που η μοίρα το έφερε να το βαφτίσουν Αθανασία, το όνομα της μητέρας του Γιάννη.

Ο Γιάννης απ’ την άλλη έμεινε ανύπαντρος. Δεν τα κατάφερε να βρει τον έρωτα που ζητούσε. Η Μαρία ήταν ότι το πλησιέστερο του είχε συμβεί ποτέ και το είχε αφήσει να φύγει. Κι αυτό δεν το συγχώρησε ποτέ στον εαυτό του. Από τότε, κάθε χρόνο την ημέρα της Παναγίας, ανέβαινε Αθήνα. Πήγαινε το απογευματάκι σε ένα μέτριας διακόσμησης Café για κανένα δίωρο, μετά θέατρο και στην συνέχεια σε ένα καλό εστιατόριο όπου είχε κλείσει από καιρό ένα τραπέζι για δύο. Τα ξημερώματα τον εύρισκαν πάντα σε ένα μπαράκι να γεύεται καυτά φιλιά από ένα ποτήρι δυνατού αλκοόλ.

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2009

Βραδινή προσευχή


Κύριε, δέξου…
κομμένες τις φτερούγες μου
κάθε τους που φυτρώνουν
να μη με δω να ευτυχώ
μη τη καρδιά ματώνουν

Κύριε, κάμε…
το σ’ αγαπώ να μην το πω
μη τύχει και το νιώσω
μήπως ξανά ερωτευτώ
και πάλι μετανιώσω

Κύριε, φέρε μου…
τη νύχτα να με πάρει
σαν όνειρο να σβήσω
προτού τα ξημερώματα
μονάχος μου σκορπίσω


(πόσο θα στοίχιζε στον ουρανό ένα λιγότερο λειψό αστέρι;)

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2009

Κατάρα


Είμαι αυτός ο κηπουρός
κείνος… δίχως δικό του κλήρο
που ολιμερίς κοπιάζει
αλλά σε ξένο κήπο

Φκιάνει πρασιές, παρτέρια
για υάκινθους και ρόδα
Κλαδεύει και μπολιάζει
σκαλίζει ματωμένο χώμα

Κι όταν μυρίσει άνοιξη
γεμίζει ο τόπος άνθη…
μα άλλοι θα απολαύσουνε
του κήπου του τα κάλλη

Είμαι αυτός ο κηπουρός
που η μοίρα είχε κάνει
τα όνειρα που πάσχιζε
ποτέ του να μην φτάνει

Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2009

Το ποντίκι που βρυχιόταν

Ένα παραμύθι για τα χρόνια που πέρασαν... μια ευχή για 'κείνα που θα 'ρθουν.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα τόσο δα μικρούλι ποντικάκι. Είχε φτιάξει την φωλίτσα του στην ρίζα ενός δέντρου και όλη την ημέρα την περνούσε στο δάσος μαζεύοντας καρπούς και ξυλαράκια. Λίγο πριν σκοτεινιάσει επέστρεφε στην μικρούτσικη φωλιά του, άναβε το τζάκι με τα ξυλαράκια και με ηρεμία έτρωγε τους λιγοστούς καρπούς που είχε μαζέψει καθώς έτσι μικρούλι και καχεκτικό που ήταν δεν είχε την δύναμη να κουβαλήσει πολύ τροφή. Παρόλα αυτά και μ’ αυτούς τους λίγους καρπούς ήταν ευχαριστημένο. Εξάλλου τόσο μικρό και αδυνατούλι που το έφτιαξε η φύση δεν χρειαζόταν δα και πολύ φαγητό για να χορτάσει. Το μόνο που το πείραζε καμιά φορά ήταν που τα άλλα ποντίκια, εκμεταλλευόμενοι το μέγεθος του, συνεχώς το αποπαίρνανε, το χλεύαζαν και το συμπεριφερόταν άσχημα. Μάλιστα δεν ήταν λίγες οι φορές που του έκλεβαν και τους καρπούς που με τόση δυσκολία κουβαλούσε στην φωλιά του. Έτσι το ποντικάκι δεν είχε πολλά πάρε-δώσε με τα υπόλοιπα ποντίκια και κάθε φορά που συναντούσε κάποιο περιοριζόταν στα τυπικά χωρίς να επιδιώκει ιδιαίτερες σχέσεις. Με τον καιρό το ποντικάκι απομονώθηκε από τα υπόλοιπα ποντίκια τα οποία τον θεωρούσαν πολύ ιδιόρρυθμο και περίεργο. Ίσως μερικά να πίστευαν ότι ήταν και τρελό να ζει μονάχο του τόσο καιρό. Το είχαν κολλήσει διάφορα υποτιμητικά επίθετα και πάντα το κοιτούσαν με καχύποπτο μάτι εάν τύχαινε ποτέ και το έβλεπαν. Έτσι με τον καιρό, αντί το ποντικάκι να φοβάται μη τυχόν συναντήσει κάποιο άλλο ποντίκι, ήταν τα άλλα τα ποντίκια που ένιωθαν άβολα όταν το έβρισκαν στον δρόμο τους και προσπαθούσαν να το αποφύγουν. Έτσι περνούσαν οι μέρες η μία μετά την άλλη. Το ποντικάκι όσο ευτυχισμένο κι αν ένιωθε μέσα στην μοναξιά του, είχε κρυφό παράπονο που το μικρό του μέγεθος τον είχε αναγκάσει να ζει τόσο μακριά από τα υπόλοιπα ποντίκια.

Μια συνηθισμένη μέρα, όπως γυρνούσε από το δάσος άκουσε γοερό κλάμα κι αναστεναγμούς μέσα από ένα θάμνο. Τρέχει να δει τι συμβαίνει και βλέπει ένα τοσοδούλικο σπουργιτάκι να κλαίει μ’ αναφιλητά.


- «Γιατί κλαις σπουργιτάκι μου» του λέει.
- «Έπεσα σε μεγάλη καταιγίδα και φοβερό τυφώνα και έσπασε η φτερούγα μου και τώρα δεν μπορώ να πετάξω και έτσι μικρό κι αδύναμο που είμαι θα με φάνε τα θηρία του δάσους» του απάντησε.
- «Μην φοβάσε σπουργιτάκι» του αποκρίνεται, «να… έχω εδώ ξυλαράκια από το δάσος να σου φτιάξω ένα νάρθηκα για την σπασμένη σου φτερούγα… και καρπούς να φας να δυναμώσεις και να γίνεις καλά».
- «Μα αυτά τα έχεις μαζέψει για να ζεστάνεις την φωλιά σου και να χορτάσεις την δική σου πείνα» γυρίζει όλο απορία και του αποκρίνεται το σπουργιτάκι.
- «Μην στεναχωριέσαι, δεν θα είναι η πρώτη φορά που θα κοιμηθώ νηστικός σε μια παγωμένη φωλιά, εξάλλου το δάσος είναι μεγάλο και μπορώ να βγω να μαζέψω άλλους καρπούς, αρκετούς και για τους δυο μας», απάντησε αμέσως το ποντικάκι, ξέροντας όμως πως θα έπρεπε να υπερβάλει τις δυνάμεις του για να κάνει κάτι τέτοιο.

Κι έτσι το ποντικάκι, χωρίς άλλη κουβέντα, έφτιαξε έναν γερό νάρθηκα να κρατήσει την σπασμένη φτερούγα και μ’ όση δύναμη που του είχε απομείνει από την κούραση της ημέρας κουβάλησε το σπουργιτάκι στην μικρή του φωλιά. Με τα υπόλοιπα ξυλαράκια άναψε την φωτιά στο τζάκι και έδωσε όλους τους καρπούς που είχε μαζέψει στο τραυματισμένο σπουργίτι. Βλέποντας όμως πως δεν είναι αρκετοί αποφάσισε ότι θα έπρεπε να μαζέψει κι άλλους. Έτσι, μόλις το σπουργιτάκι αποκοιμήθηκε, βγήκε στο δάσος για τροφή. Κάτι εξαιρετικά σπάνιο για ένα ποντίκι, καθώς η νύχτα στο δάσος ήταν πολύ επικίνδυνη ακόμη και για πολύ μεγαλύτερα σε μέγεθος και δύναμη ζώα. Παρόλα αυτά, το ποντικάκι όχι μόνο βγήκε, αλλά μάζεψε τόσο πολλούς καρπούς και ξυλαράκια που με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να τα σύρει πίσω στην φωλιά.

Για μέρες πολλές το ποντικάκι φρόντιζε το σπουργιτάκι. Έβγαινε στο δάσος και έφερνε κάθε φορά όλο και περισσότερους καρπούς καθώς θα έπρεπε το σπουργιτάκι να έχει άφθονη τροφή για να γιατρευτεί η σπασμένη του φτερούγα. Πολλές φορές μάλιστα το ποντικάκι αναγκαζόταν να βγαίνει και νύχτες για τροφή έτσι ώστε το σπουργιτάκι να έχει ένα πλούσιο πρωινό την επόμενη μέρα. Μέρα με τη μέρα, το σπουργιτάκι δυνάμωνε όλο και πιο πολύ με τις φροντίδες από το ποντικάκι και άρχισε να αναπτύσσεται μια δυνατή φιλία μεταξύ τους. Το σπουργιτάκι έλεγε στο ποντικάκι πόσο πολύ του άρεσε να πετάει, του έλεγε για το παράπονο του που δεν γεννήθηκε μεγάλο και δυνατό και ήταν αναγκασμένο να ανέχεται τον χλευασμό και τα πειράγματα από τα άλλα μεγαλύτερα πουλιά του δάσους. Και το ποντικάκι του αποκρινόταν ότι η ουσία δεν είναι να είναι κάποιος δυνατός αλλά να έχει μεγάλη ψυχή και να εκτιμά αυτά που τόσο απλόχερα χαρίζει το δάσος. Και συνήθιζε τότε το σπουργιτάκι να του απαντά ότι το ποντικάκι είχε πολύ μεγάλη ψυχή και πολύ μεγάλη καρδιά που ούτε λιοντάρι δεν την είχε. Και κάθε μέρα, αισθανόμενο ευγνωμοσύνη, δεν σταματούσε να το ευχαριστεί για την καλοσύνη που του είχε δείξει. Και πράγματι το ποντικάκι άρχισε να νιώθει μέρα με τη μέρα δυνατός σαν λιοντάρι και το όφειλε σε αυτό το σπουργίτι που του έδειξε πόσα μεγάλα πράγματα θα μπορούσε να κάνει εάν για λίγο παράβλεπε την αδυναμία του μεγέθους του και ένιωθε το μεγαλείο της ψυχής του.


Μάλιστα όταν κοιτούσε τον καθρέφτη νόμιζε ότι μπορούσε να διακρίνει και μια χαίτη να φυτρώνει γύρω από το λαιμό του την οποία άρχισε με επιμέλεια να κουρεύει καθημερινά καθώς γινόταν πολύ λόγος από τα υπόλοιπα ποντίκια για εκείνο το σπουργιτάκι που είχε στη φωλιά του και δεν ήθελε να προκαλεί τα βλέμματα των άλλων πάνω του. Έτσι, δεν άργησε το ποντικάκι να πιστεύει ότι ήταν γραφτό του να ζήσει για πάντα με το σπουργιτάκι. Αλλά και το σπουργιτάκι αναγνωρίζοντας τα αισθήματα που είχε το ποντικάκι γι’ αυτό έκανε κι εκείνο όνειρα για το μέλλον.

Όμως μόλις έθραψε η φτερούγα του, το σπουργιτάκι ένιωθε πολύ άβολα μέσα στην μικρή φωλίτσα και με ανεβασμένο ηθικό ήθελε πάλι να κατακτήσει τους ουρανούς. Έτσι μια μέρα που γύρισε το ποντικάκι στην φωλιά του φορτωμένο καρπούς και ξύλα από το δάσος, αντί για το σπουργιτάκι, βρήκε μονάχα ένα γράμμα που περιείχε πολλές ευχαριστίες και ακόμα περισσότερες ευχές για το μέλλον. Το ποντικάκι στενοχωρήθηκε πολύ αλλά κατά βάθος ήξερε πως δεν θα μπορούσε ποτέ να προσφέρει στο σπουργιτάκι την ελευθερία των αιθέρων. Έτσι το πείρε απόφαση πως τα σχέδια του να ζήσει για πάντα με το σπουργίτι ήταν όλα αδύνατα και ότι ποτέ δεν θα το δει ξανά στη ζωή του. Με πληγωμένη αλλά συνάμα σιδερένια καρδιά προσπάθησε να ξαναβρεί τους συνηθισμένους ρυθμούς της ζωής του. Ήταν όμως αδύνατο να ξεχάσει το μικρό του σπουργιτάκι, αυτό που του άλλαξε την ζωή, που το έκανε να μην σκιάζεται τα κυνηγάρικα ζώα της νύχτας και να μην στεναχωριέται από τα περιγελαστικά λόγια των άλλων ποντικών.

Εντωμεταξύ τα υπόλοιπα ποντίκια του δάσους είχαν αρχίσει να θορυβούνται με την αλλόκοτη συμπεριφορά του μικρού ποντικιού.
«Δεν είναι δυνατό…» έλεγαν, «ένα ποντίκι να ζει μαζί με ένα σπουργίτι».
«Και ποιος είναι αυτός δηλαδή, να μαζεύει τόσο πολύ τροφή και ξύλα από το δάσος και να την στερεί από τις δικές μας οικογένειες» πρόσθεταν με στόμφο άλλα.
«Να σηκωθεί να φύγει κι αυτός και το παλιο-σπουργίτι του από το δάσος μας… κι αν δεν φύγει μόνος του να τον διώξουμε εμείς» συμπλήρωναν τα πιο θερμόαιμα.
Μέχρι που μια μέρα αποφάσισαν όλα μαζί να πάνε στην φωλιά του μικρού ποντικιού για να του κοινοποιήσουν τις αποφάσεις τους χωρίς να γνωρίζουν βέβαια ότι το σπουργίτι τους είχε ήδη προλάβει σε αυτή τους την κίνηση αλλά για τους δικούς του λόγους. Όλα μαζί, μικρά και μεγάλα, αρσενικά και θηλυκά, μαζεύτηκαν γύρω από την ρίζα του δέντρου που είχε φτιάξει το ποντικάκι την φωλίτσα του κι άρχισαν να του φωνάζουν:

«Να φύγεις απ’ το δάσος μας, να φύγεις κι εσύ και το σπουργίτι σου».
«Τι σόι ποντίκι είσαι εσύ που ζήσεις μ’ ένα σπουργίτι;».
«Ρεζιλίκια, τα ποντίκια να ζουν με τα σπουργίτια»

κι άλλα τέτοια αισχρά που ανάγκασαν το ποντικάκι όσο κι αν δεν το επιδίωκε να βγει έξω και για πρώτη φορά στη ζωή του να προστατεύσει τις επιλογές του.

«Βρωμερά και σιχαμένα ποντίκια…» τους είπε, «ποιοι είστε εσείς που θα κρίνεται τους άλλους, που μήτε την ουρά σας δεν μπορείτε να σεβαστείτε;».
«Μια ζωή με αποπαίρνατε και με χλευάζατε γιατί δεν μπορούσατε να αποδεχτείτε το διαφορετικό και τώρα ανίκανα και κοντόφθαλμα πλάσματα πάλι το ίδιο πράττετε σε βάρος κάποιου που ούτε καν τον ξέρετε και μπρος σας δεν τον είχατε ποτέ σας συναντήσει».
«Σας πρόλαβε, ανόητα και θλιβερά ποντίκια και χάρισμα σας το δάσος και οι βρωμερές φωλιές σας …»



κι όσο μιλούσε το ποντικάκι τόσο πιο πολύ ύψωνε την ένταση της φωνής του. Και όσο ανέβαινε η ένταση της φωνής του, τόσο πιο πολύ οργή έβγαζαν τα λόγια του. Κι όσο πιο πολύ οργή ξεχυνόταν από μέσα του, τόσο πιο πολύ ένιωθε την καρδιά του να χτυπά και να μεγαλώνει, μέχρι που, από ένα σημείο και μετά η φωνή του έγινε στριγκλιά και η στριγκλιά του βροντή και η βροντή βρυχηθμός. Εεε…, δεν ήθελαν και πολύ τα ποντίκια, ήταν και αυτή η χαίτη που από τότε που έφυγε το σπουργιτάκι δεν είχε κουρευτεί… ήταν και η αμφιβολία για το άδικο που διεκδικούσαν… και χωρίς πολλά-πολλά με τον πρώτο βρυχηθμό άρχισαν να τρέχουν τρομοκρατημένα αριστερά και δεξιά για να κρυφτούν ουρλιάζοντας με φρίκη:

«Το ποντίκι έγινε λιοντάρι!! Το ποντίκι έγινε λιοντάρι!!».


Μια αρκούδα μάλιστα που έτυχε να περνάει από εκεί κοντά, έτρεξε κι αυτή φοβισμένη κάπου να κρυφτεί μη τυχόν και συναντήσει το τρομερό λιοντάρι που έβγαζε αυτόν τον τρομακτικό βρυχηθμό.

Μετά από αυτό το επεισόδιο, το ποντικάκι ένιωσε ότι δεν μπορεί πια να παραμείνει κοντά στα υπόλοιπα ποντίκια κι αποφάσισε να φύγει μακριά, κάπου που να μην το ξέρουν. Είχε ακούσει από τις ιστορίες της σοφής κουκουβάγιας για ένα μέρος στην άκρη του δάσους όπου έβρισκαν καταφύγιο όλα τα κατατρεγμένα ζώα. Έτσι λοιπόν αποφάσισε να βρει αυτό το μέρος και να ζήσει εκεί μακριά από τα ύπουλα και ζηλόφθονα μάτια των υπόλοιπων ποντικών. Έτσι κι έγινε.

Για μήνες περιπλανιόταν στο δάσος, πότε με οδηγό το ένστικτό του και πότε ρωτώντας τα ζώα που συναντούσε, για εκείνο τον περίεργο και απόκοσμο τόπο, μέχρι που τελικά έφτασε στο πιο σκοτεινό και απόμακρο σημείο του δάσους, στην «χώρα της λήθης». Με το που βρέθηκε εκεί ένιωσε σαν το σπίτι του. Αν και το μέρος αυτό ήταν σκοτεινό, κρύο και αφιλόξενο, αμέσως το ένιωσε πολύ οικείο. Σύντομα άρχισε να συναντάει πολύ περίεργα πλάσματα αλλά τόσο, μα τόσο φιλικά.

Το πρώτο που συνάντησε ήταν μια κάργα που είχε τόσο υπέροχη και γλυκιά φωνή που έμοιαζε με κελάιδισμα αηδονιού.

- «Καλώς το ποντίκι που βρυχάται!» του είπε μόλις τον είδε.
- «Και που με ξέρεις εσύ;» της αποκρίνεται με αμηχανία.
- «Η κουκουβάγια μας είπε για σένα πριν πολύ καιρό… αλλά δεν θέλει και πολύ να καταλάβω ποιος είσαι. Σε προδίδει η χαίτη γύρω από το λαιμό…» του ανταποκρίνεται καθώς του άπλωσε το χέρι της χαμογελώντας φιλικά για το καλώς όρισες.

Η κάργα του σύστησε κι άλλα ζώα που ζούσανε εκεί και το ποντικάκι έγινε σύντομα φίλος και μ’ ένα γουρουνάκι που ήξερε να χορεύει καλύτερα κι από φλαμένγκο. Και τα αλλόκοτα ζώα της «χώρας της λήθης» δεν είχαν τελειωμό. Ένας τυφλοπόντικας που μπορούσε να βλέπει μακρύτερα κι από γεράκι, μια κότα που ήταν ολόιδιο παγώνι, ένα φίδι με τρίχωμα αλεπούς, κι άλλα κι άλλα πολλά. Κι οι μέρες περνούσαν πολύ όμορφα εκεί. Συχνά τα «πλάσματα της λήθης» βρισκόντουσαν σε μεγάλες παρέες και έλεγε καθένα την ιστορία του επιδεικνύοντας με καμάρι τα ιδιαίτερα χαρίσματα που τα έκανε τόσο διαφορετικά από τα υπόλοιπα. Μονάχα το ποντικάκι ποτέ δεν είχε πει την δική του ιστορία. Ίσως γιατί δεν μπορούσε ακόμα να πιστέψει σ’ αυτή την αγάπη και φιλία που του χάριζαν τα υπόλοιπα αλλόκοτα ζώα. Χαιρόταν όμως πάρα πολύ να ακούει τις ιστορίες τους και δεν χόρταινε να βλέπει το γουρουνάκι να κάνει τις εκπληκτικές του πιρουέτες συνοδευμένες από το μελωδικό τραγούδι της κάργας.

Μέχρι που ένα βράδυ όλα τα ζώα βάλθηκαν να πείσουν το ποντικάκι να πει επιτέλους την δική του ιστορία και να το ακούσουν έστω και μια φορά να βρυχάται. Έτσι κι έγινε, το ποντικάκι έβαλε όλη του την δύναμη κι έβγαλε ένα πολύ τρομερό και δυνατό βρυχηθμό που έκανε όλα τα υπόλοιπα ζώα να παγώσουν προς στιγμή από τον φόβο τους. Μετά, αφού τους καθησύχασε άρχισε να τους λέει την ιστορία του και το παράπονό του για το σπουργιτάκι και τον ξαφνικό αλλά δικαιολογημένο φευγιό του. Αφού τελείωσε την ιστορία του τα υπόλοιπα ζώα άρχισαν να σιγοψιθυρίζουν αναμεταξύ τους μέχρι που ένα άλογο με φτερά κύκνου γυρίζει και του λέει όλο αυθάδεια:


«Μα είχανε δίκιο τα υπόλοιπα ποντίκια που θέλανε να σε διώξουνε. Δεν είναι και λίγο πράγμα να θέλεις να ζήσεις με ένα σπουργίτι!!»

Το ποντικάκι ξαφνιάστηκε και όταν και τα υπόλοιπα ζώα άρχισαν να συμφωνούν με το άλογο και να τον επικρίνουν ένιωσε πολύ άσχημα και τόση μεγάλη ντροπή που αναγκάστηκε χωρίς να μιλήσει να φύγει με σκυμμένο το κεφάλι.

Τίποτα πια δεν ήταν το ίδιο. Ένιωθε πλέον το σκοτάδι να τον πνίγει και κάθε μέρα που περνούσε ήταν σαν να κρύωνε ο αέρας όλο και πιο πολύ γύρω του. Τα υπόλοιπα ζώα άρχισαν να τον κοιτούν περίεργα κι εκείνο άρχισε σιγά-σιγά να τα αποφεύγει. Μονάχα την κάργα συναντούσε που-και-που και το γουρουνάκι αλλά κι αυτά με τον τρόπο τους έμοιαζαν σα να ήθελαν να απομακρυνθούν από κοντά του. Οι εμφανίσεις του γινόταν όλο και λιγότερες μέχρι που εξαφανίστηκε και κανένας δεν το είδε ποτέ πια.

Μόνο μετά από χρόνια πολλά, η κουκουβάγια, σε ένα από ταξίδια της όταν σταμάτησε να ξεκουραστεί για λίγο στην «χώρα της λήθης», μίλησε για ένα περίεργο ζώο που συνάντησε ψηλά σε ένα μακρινό και ψηλό βουνό.

«… εκεί Θεέ μου ήταν τόσο ψηλά που και σκουλήκι να ήσουν, ένιωθες ότι πετάς. Εκεί λοιπόν είδα το πιο αλλόκοτο πλάσμα στον κόσμο. Έμοιαζε πολύ μ’ εκείνο το ποντίκι που βρυχιόταν κι αν δεν είχε εκείνα τα τέσσερα πόδια, θα έπαιρνα όρκο σας λέω, πως ήτανε αητός! …»


{στην Μ.}