Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009

Light my fire - The Doors



Ψες ξέμεινα να τριγυρνώ άσκοπα στην παραλία. Το βουητό της πόλης είχε προ-πολλού κοιμηθεί. Μόνο το υπόκωφο βογκητό των μηχανών του πλοίου της γραμμής θα μπορούσες ίσως να αφουγκραστείς από μακριά. Ο απογευματινός νοτιάς είχε κοπάσει. Το μόνο που γευόσουν ήταν το ανάλαφρο χάϊδεμα των κυμάτων στην ακρογιαλιά και την ανάσα των πεύκων. Η βραδινή υγρασία την άπλωνε πάνω μου σαν άρωμα.

Προσπάθησα να μετρήσω τα βήματα μου και ούτε που ήξερα πως και γιατί βρέθηκα εδώ. Έμοιαζαν αιώνες πριν όταν ξεκίνησα. Ήταν όμορφα και ήθελα μαζί σου να το μοιραστώ. Ένα τσιγάρο κρέμασα στα χείλη μου. Από ώρα το είχα εκεί σαν να ήταν το τελευταίο μου. Μέσα στην παλάμη μου έπαιζα τον αναπτήρα σου. Εκείνον τον μωβ, αυτόν που με τον δικό μου σου αντάλλαξα. Τώρα συνειδητοποιώ ότι και οι κορδέλες στις κηδείες έχουν χρώμα μωβ.

Για άλλη μια φορά προσπάθησα μάταια να τον ανάψω. Το βίαιο ξύσιμο της πέτρας του ηχούσε παράφωνα μέσα στην μελωδία που έφτιαχνε η θάλασσα. Οι σπίθες του αντιφέγγιζαν ανώφελα μπροστά στο απέραντο φως των αστεριών. Απογοητευμένος έκανα να τον πετάξω στα βράχια παραπέρα μα τελικά τον έχωσα πίσω στην τσέπη μου ελπίζοντας δεν ξέρω κι εγώ τι.

Το τσιγάρο είναι ακόμα κρεμασμένο στα χείλη μου, σβηστό.
Come on baby, light my fire..

ΥΓ. Τελικά τον αναπτήρα σου τον πέταξα στον πρώτο κάδο σκουπιδιών που βρήκα μπροστά μου. Δεν τον χρειάζομαι πλέον για να σε θυμίζει. Σ’ έχω για πάντα μέσα μου.

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

Going Under - Rocker's HiFi



Ψιχαλίτσες παιχνιδίζουν
στο γυαλί του παραθύρου
Στη νύχτα της η πόλη με καλεί
με υποσχέσεις ηδονών και ευτυχίας

Είναι λάθος, τόσο λάθος
μα τ’ αποζητώ
για να δικαιωθώ

Με κατάφερες και πάλι τώρα
να βαδίζω στο πεζοδρόμιο
να μιλώ, να κινούμαι, να κοιτάζω
να στέκω
να βρωμίζω σα σκυλί
να ουρλιάζω

Οι ψιχάλες επιμένουν τώρα
στο πρόσωπο μου σαν σε τσίγκο να ηχούν
Καθεμιά τους με μαρκάρει,
φανερώνει ποιος στ’ αλήθεια είμαι
.. δεν με νοιάζει πλέον..

Με κατάφερες και πάλι τώρα
να βαδίζω για τα μπαρ
Να κοιτάζω μέσα απ’ τα χαμόγελα
Καθένα κι ένας φίλος
Κι όμως ούτε ένας

Κι μου ‘ναι τόσο, μα τόσο δύσκολο
γιατί φτιάχνω όνειρα μύρια μεσ’ τη νύχτα
και μετά ξυπνώ
εκλιπαρώντας η ψυχή να λυτρωθεί
απ’ το κενό
τον ασθμαίνοντα έρωτα
απ’ τη φρενήρη τούτη

Κι είναι τόσο λάθος..

Τώρα που ‘φτασε η μέρα
και οι παρέες τρέχουνε στο σπίτι
(σα να τους έλειψε η μοναξιά),
άσε με έξω να στεγνώσω

Φτιάξε και για μένα μια γραμμή,
ψέματα δεν θα σου πω
«Είναι η απόγνωση που με στέλνει»
και οι ψιχάλες πάνω μου χτυπούνε
Δεν το βλέπεις;
Βουλιάζω.. δίχως γυρισμό
Υποκύπτω.. δίχως γυρισμό.

Ψιχαλίτσες παιχνιδίζουν
στο γυαλί του παραθύρου
Το πρωινό μου γνέφει πίσω στο κρεβάτι
Άκου τι μου λέει:
«Βουλιάζεις.. δίχως γυρισμό»

Κάθε νιφάδα ζωής
μεσ’ τις φλέβες μου που ρέει
μου τσακίζει το μυαλό
«Πάρα πολύ κόκα»

Ψιχαλίτσες παιχνιδίζουν
στο γυαλί του παραθύρου
Στης πόλης τα φώτα η νύχτα με καλεί
για να μου πάρει κάθε δίκιο

Αμέτρητα τα φώτα στην πόλη λάμπουν
Καθένα και μια ηδονή, μια ευχαρίστηση

Είναι λάθος, τόσο λάθος
μα το αποζητώ
Σε ικετεύω.. ας είσαι αληθινή!
Αμφιβολία δεν υπάρχει
Βουλιάζω.. δίχως γυρισμό

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2009

την τελευταία μέρα της άνοιξης

στον πόνο έθρεψες καρδιά
και γιάτρεψες τη θλίψη
στο θρήνο στύλωσες ψυχή
και φύτρωσες ελπίδα

χαμόγελο της άνοιξης..
λόγια δεν βρίσκω αρκετά

σε ζήλεψε της νύχτας η δροσιά,
του απόγεμου το χρώμα
σε φθόνησαν του φεγγαριού τα ξωτικά,
του σκοταδιού οι νότες

χαμόγελο της άνοιξης..
σθένος δεν έχω περισσό

σου κρύβανε, μα ήξερες
λυγίζανε, τους όρθωνες και πάλι
απέλπιδα κοιτάζονταν
και χάιδευες κουράγιο

χαμόγελο της άνοιξης..
δάκρυα δεν βρίσκω αρκετά

κοιμήθηκες χαμόγελο
στην αγκαλιά του μέσα
της άνοιξης
την τελευταία μέρα

κι έφυγες χαμόγελο
όπως μας φεύγει η άνοιξη
την τελευταία μέρα


καλό σου ταξίδι αγαπημένη μου